Με λαχτάρα περίμεναν τα πιτσιρίκια να έρθουν τα Χριστούγεννα για να παίξουν μπάλα.
Η σημασία που είχε ο χοίρος για τα Χριστούγεννα στο νησί αποτυπώνεται μέχρι και στους στίχους που ακόμα μαθαίνουν και τραγουδούν οι νέες γενιές στα κρητικά κάλαντα:
«….Είπαμε δα για την κερά ας πούμε για τη βάγια
άψε βαγίτσα το κερί, άψε και το διπλέρι
και κάτσε και ντουχιούντισε ήντα θα μας
εφέρεις.
Για απάκι,
για λουκάνικο, για χοιρινό κομμάτι
κι από τον πύρο του βουτσού να πιούμε μια γεμάτη.
Κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλάκι…»
Δεν ήταν απλά ένα έθιμο, ήταν μια αρχαία συνήθεια που επέζησε αιώνες, τόσο στον ελληνικό όσο και στο ρωμαϊκό κόσμο.
Ήταν ο κόπος μια ολόκληρης χρονιάς και αρκετά γεύματα της κάθε οικογένειας μέχρι και το Πάσχα που σειρά είχαν αλλά σφάγια.
Ο χοίρος σφαζόταν μια φορά το χρόνο, μόνο παραμονές Χριστουγέννων. Η κάθε οικογένεια τον φρόντιζε και τον τάιζε για να τον κάνει να ζυγίζει περισσότερο από 100 οκάδες.
Τη στιγμή αυτή την περίμεναν πως και πως και τα παιδιά για να πάρουν τη «φούσκα» του χοίρου και να παίξουν μπάλα.
Από το 1950-1970 η φούσκα για τα παιδιά λειτουργούσε όμως και ως ένα δέλεαρ, ένα είδος μύησης, για να βλέπουν οι μικροί, για να μαθαίνουν να σφάζουν όταν μεγαλώσουν. Και για να σφαχτεί ο χοίρος, εκτός από τέχνη, ήθελε και τέσσερις γεροδεμένους άνδρες για να τον κρατήσουν.
Πώς όμως τα πιτσιρίκια ετοίμαζαν τη φούσκα τους;
Ο χοίρος σφαζόταν πάντα παραμονή Χριστουγέννων. Τα πιτσιρίκια όμως στα χωριά δεν περίμεναν αυτή την ημέρα για να δράσουν. Είχαν προσεγγίσει συγγενείς και γείτονες όπου δεν υπήρχαν παιδιά για να εξασφαλίσουν καμιά φούσκα παραπάνω.
Η φούσκα (ουροδόχος κύστη) του χοίρου είναι ακριβώς όπως και του σημερινού μπαλονιού – μόνο που δεν είναι πλαστική.
Την έπαιρναν και την ξεπλέναν λίγο για να μη σπάσει το στόμιο.
Το μπαλόνι το φούσκωναν από τη μικρή τρυπίτσα που είχε η ουροδόχος κύστη για να φύγουν τα ούρα.
Αυτή την τρυπίτσα με το μαχαίρι τη μεγάλωναν λίγο και μετά έβαζαν ένα καλαμάκι και τη φούσκωναν και την έδεναν όπως ακριβώς και το μπαλόνι .
Όταν τη φούσκωναν αρκετά, την έδεναν με ένα σπάγκο από το λαιμό και την κρεμούσαν κάπου ψηλά – για να μην επιτεθούν γάτες και μυρμήγκια – για να στεγνώσει. Όταν στέγνωνε αρκετά την έπαιζαν.
Στην Κρήτη. Ο χοίρος σφαζόταν την παραμονή των Χριστουγέννων κι ήταν το κύριο Χριστουγεννιάτικο έδεσμα.
Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων και αφού μόνο ορισμένα κομμάτια του χοίρου είχαν καταναλωθεί το βράδυ των Χριστουγέννων, οι νοικοκυραίοι έφτιαχναν αυτά που θα φυλάσσονταν, αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ψυγείο, όπως:
• λουκάνικα
• απάκια: καπνιστό κρέας
• πηχτή (τσιλαδιά): αφαιρείται κάθε ίχνος κρέατος από το κεφάλι του γουρουνιού και όλα μαζί βράζονται. Ο ζωμός με ειδική προετοιμασία μετατρέπεται σε πηχτό ζελέ που μέσα του βρίσκονται τα κομμάτια του κρέατος.
• σύγλινα, δηλαδή το κρέας του γουρουνιού κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου. Το λίπος έπηζε μόλις έχανε τη θερμότητα του και το κρέας μπορούσε να διατηρηθεί έτσι για αρκετούς μήνες.
• ομαθιές, τα έντερα του χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι.
• τσιγαρίδες, κομμάτια μαγειρεμένου λίπους με μπαχαρικά που το έτρωγαν με ζυμωτό ψωμί για κολατσιό στην εξοχή, όταν μάζευαν τις ελιές.
Προσθήκη του fonimaleviziou.gr στην Google


