Είχε νικήσει τον καρκίνο ο μακαριστός ιερέας Νικόλαος Τσαμάνδουρας – Η συγκλονιστική ιστορία της ζωής του
Της Κορίνας Καφετζοπούλου
Στην επαγγελματική του πορεία ένας δημοσιογράφος θα κάνει αμέτρητες συνεντεύξεις , λίγες όμως θα τις θυμάται με λεπτομέρειες.
Μια από αυτές είναι κι αυτή που θα σας διηγηθώ για τον ιερέα Νικόλαο Τσαμάνδουρα. Τον γνώρισα πριν 15 χρόνια. Την πρώτη συνέντευξη της ζωής του, μου την είχε δώσει ένα βροχερό μεσημέρι σε μια καφετέρια στο λιμάνι του Ηρακλείου, για τις ανάγκες του περιοδικού «Π» της εφημερίδας «Πατρίς».
Έκανε κατακλυσμό Κυρίου… Η βροχή ήταν τόσο δυνατή που τον ήχος της, κατέγραψε το δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι.
Μιλάγαμε για ώρες. Μου εξιστόρησε όλη την περιπέτεια της υγείας του και τι συνέβη στον ίδιο όταν έμαθε ότι έχει καρκίνο.
Εννέα χρόνια τον πάλευε σκληρά, με χημειοθεραπείες και επεμβάσεις. Είχε εξαπλωθεί, σταδιακά, σχεδόν σε όλο του, το σώμα: στους λεμφαδένες, στην κοιλιακή χώρα, στους πνεύμονες. Η περιπέτεια της υγείας του είχε ξεκινήσει όταν ο ίδιος ήταν 17 ετών.

Ένα εξόγκωμα στο λαιμό, τον οδήγησε στο νοσοκομείο όπου διαγνώστηκε καρκίνος στους λεμφαδένες, τύπου χόκινς. Είναι η εποχή που ο ίδιος, χωρίς ακόμα να έχει συνειδητοποιήσει τι του συμβαίνει, κάνοντας τις πρώτες χημειοθεραπείες, αισθάνεται την ανάγκη να προσευχηθεί.
Ήταν τέτοια η ηλικία και η κατάσταση που όλα αμφισβητούνταν ακόμα κι ο Θεός. Εκείνη τη στιγμή, όμως, κατά τη διάρκεια της προσευχής του, έταξε τον εαυτό του, στο έργο του Θεού, κι αποφάσισε να γίνει ιερέας.
Στη διαδρομή της ζωής του, όμως, και κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ο καρκίνος θα τον φέρει στο θάνατο πολλές φορές, δυο από αυτές πολύ κοντά, σχεδόν δίπλα του.
Σε όλες τις δύσκολες μάχες έβγαινε νικητής. Την τελευταία μάχη την έδωσε το 2005, όταν μου έδινε την πρώτη του συνέντευξη.
Κατά τη διάρκεια της αφήγησης του, θυμάμαι σαν να΄ταν τώρα, πως μου αναφέρθηκε σε ένα σημαδιακό όνειρο που είδε όταν το τέλος πλησίαζε σε δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ως προάγγελος ζωής κι ελπίδας , εμφανίστηκε στο όνειρό του, ένα λευκό περιστέρι. Την ώρα που μίλαγε για αυτό, έξω από την τζαμαρία όπου καθόμασταν, εμφανίστηκε ένα περιστέρι. Δεν τον διέκοψα. Θυμάμαι ακόμα ότι στο σημειωματάριο μου, έγραψα… « το περιστέρι για το οποίο μιλά ήρθε».
Το περιστέρι κάθισε εκεί ακίνητο για πάρα πολλή ώρα. Σαν να ήταν ψεύτικο. Άνοιξε τα φτερά του και έφυγε μόνο όταν η συνέντευξη ολοκληρώθηκε και σηκωθήκαμε να φύγουμε.
Δεν του είπα τίποτα εκείνη την ώρα. Το διάβασε μόνο όταν τυπώθηκε στο περιοδικό η συνέντευξη του.
Επτά χρόνια μετά από εκείνη τη συνέντευξη θα συναντηθούμε ξανά δημοσιογραφικά, για τις ανάγκες του madeincreta.
Άλλη μια ωραία κουβέντα μαζί του. Θα μου πει ότι ο «καρκίνος ήταν ευλογία για τον ίδιο». Δεν ένιωθε καμία αγωνία για την υγεία του, όχι μόνο επειδή ήταν πλήρως καλά, αλλά γιατί τα είχε βρει με το Θεό και είχε ισοπεδώσει τον φόβο του θανάτου.

Τον συνάντησα και πριν λίγους μήνες τυχαία στο Γάζι. Με χαιρέτησε χαμογελαστός και μου έκανε άλλη μια πρόσκληση μέσα από την καρδιά του για πάω να τον βρω στο Οροπέδιο Λασιθίου.
Όταν έμαθα ότι πέθανε ξαφνικά στα 41 του χρόνια – μάλλον τον πρόδωσε η καρδιά του- στο μυαλό μου ήρθαν όλες οι λεπτομέρειες εκείνης της πρώτης συνέντευξης. μαζί με το χαμόγελό του.
Αυτό λοιπόν είναι το δικό μου αντίο, σε έναν ωραίο άνθρωπο που με εμπιστεύτηκε, μου άνοιξε την καρδιά του και το σπίτι του, και που στην προσευχή του, όπως πότε πότε του ζητούσα, με έβαζε μέσα.


