Ο Γιώργος Μαματζάκης μιλάει στη “Φωνή του Μαλεβιζίου”
Συνέντευξη στον Αντώνη Στρατάκη
Από τα ιερά τέρατα στο χώρο της εστίασης στον νομό Ηρακλείου είναι αναμφίβολα ο Γιώργος Μαματζάκης, που έχει συμπληρώσει αισίως 45 χρόνια στο κουρμπέτι.
Τα τελευταία συναπτά έτη τον βρίσκουμε στις “Μούσες” στην Αμμουδάρα, όπου… ταΐζει τους κάθε λογής καλοφαγάδες, τις παρέες χειμώνα-καλοκαίρι.
Ο Γιώργος Μαματζάκης… υπέκυψε στις πιέσεις μας να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη και ξετυλίγει το κουβάρι μιας πολύχρονης παρουσίας του στην εστίαση.

Πώς ξεκίνησε Γιώργο αυτό το μακρύ ταξίδι στο κόσμο της γεύσης;
«Νεαρός ήμουν το 1974 όταν πήγα στην σχολή τουριστικών επαγγελμάτων στην Πάρνηθα, με ειδικότητα την μαγειρική, που είχε διάρκεια δυο χρόνων. Το χειμώνα τα μαθήματα είχαν περισσότερο θεωρία και το καλοκαίρι κάναμε την πρακτική μας».
Είσαι από τους τυχερούς, αφού τον ένα χρόνο της πρακτικής σου την έκανες στο “Χίλτον”.
Ήταν μια σπουδαία εμπειρία στο πιο διάσημο ξενοδοχείο της Ελλάδας και το να είσαι εκεί αρχι-μάγειρας, είναι μεγάλη υπόθεση».
Αφού πέρασες ως σεφ μετά την ολοκλήρωση των σπουδών σου από πολλά ξενοδοχεία αποκομίζοντας σπουδαίες εμπειρίες, έκανες την πρώτη σου δουλειά στο Ηράκλειο όταν δημιούργησες στα Λιοντάρια το “Σάμμυς”.
«Πραγματικά τον χειμώνα του 1984 ήρθε στη ζωή των ηρακλειωτών το “Σάμμυς”, ένα μαγαζί που το αγκάλιασε από την πρώτη μέρα ο κόσμος, κυρίως η νεολαία, οι φοιτητές που το είχαν κάνει στέκι τους, αλλά και γνωστοί καλοφαγάδες της πόλης. Δεν υπήρχε κάτι ανάλογο στην εστίαση στο Ηράκλειο τότε και ο κόσμος πραγματικά το αγκάλιασε και μέχρι το 2006 που το έκλεισα πήγαινε πάρα πολύ καλά».
Για 22 χρόνια το “Σάμμυς” ήταν ένα μαγαζί σημείο αναφοράς, γιατί το έκλεισες;
«Το έκανα με βαριά καρδιά, αφού όταν ολοκληρώθηκε το τελευταίο συμβόλαιο, ο ιδιοκτήτης του ακινήτου μου ζήτησε εξωφρενικά χρήματα για να συνεχίσω να είμαι εκεί».
Τι εννοείς όταν λες εξωφρενικά χρήματα.
«Τι να πω, ήθελε να του δώσω αέρα ένα τρομακτικό για τα δεδομένα της εποχής ποσό, εκτός φυσικά από το ενοίκιο.
Δεν μπορούσα να δώσω τόσα χρήματα και με βαριά καρδιά αποφάσισα να φύγω».

Ο κόσμος πώς το πήρε;
«Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα τηλέφωνα δέχτηκα από γνωστούς φίλους αλλά και από κόσμο, που μου έλεγαν ότι “έχασαν το στέκι τους”. Πολλοί από αυτούς να ξέρετε ότι με ακολούθησαν και στην Αμμουδάρα, όπου το 2007 δημιούργησα τις “Μούσες”, κάτι που με συγκίνησε πολύ».
Πώς ήταν όλα αυτά τα χρόνια η παραμονή σου εδώ στην περιοχή μας;
«Ήταν καλύτερα από ότι περίμενε και οι “Μούσες” έζησαν μεγάλες στιγμές, αφού ο κόσμος αλλά και τα καλοκαίρια οι τουρίστες έλληνες και ξένοι, γέμιζαν κάθε μέρα το μαγαζί. Το πράγμα άρχισε να χαλάει κάπως όταν ήρθαν τα “βραχιολάκια” που τα ξενοδοχεία έδιναν ένα φτηνό πακέτο στους τουρίστες, κρατώντας τους μέσα όλες τις μέρες».
Για κάποια χρόνια πάντως υπήρχε ζωή όλο το χρόνο στην Αμμουδάρα.
«Μέχρι το 2015 υπήρχε ζωή στην Αμμουδάρα σχεδόν όλο το χρόνο, αλλά σιγά –σιγά ο κόσμος άρχισε να έχει άλλες επιλογές στην πόλη του Ηρακλείου και σταμάτησε κυρίως το χειμώνα να έρχεται στην περιοχή μας μαζικά».
Έχοντας συμπληρώσει 15 χρόνια στην Αμμουδάρα τι χρειάζεται για να έχει ζωή αν είναι δυνατόν όλο το χρόνο.
«Η Αμμουδάρα θα μπορούσε να είναι η Γλυφάδα του Ηρακλείου αν γινόταν δυο-τρία πράγματα.
Να είχε συγκοινωνία το ΚΤΕΛ με συχνά δρομολόγια, να ερχόταν εδώ να μείνουν φοιτητές και θα βλέπατε μια άλλη Αμμουδάρα με ζωή όλο το χρόνο για όλα τα καταστήματα».
Από τον Δήμο είσαστε ευχαριστημένοι;
«Θα μπορούσαν να γίνουν κάποια πράγματα παραπάνω, να βάψουν τα πεζοδρόμια, να μαζεύουν νωρίς τα σκουπίδια για να μην τα βλέπει ο κόσμος που κάνει τη βόλτα του, η κατάσταση θα ήταν καλύτερη. Δεν ζητάμε τίποτα παράλογα πράγματα από τη δημοτική Αρχή».
Παρατηρώ ότι μετά από 45 χρόνια σε αυτή τη δουλειά, εξακολουθείς να έχεις το ίδιο μεράκι.
«Να ξέρεις πως αν πάψω να έχω μεράκι, διάθεση και αγάπη για τη δουλειά μου, την επόμενη μέρα θα τα παρατήσω. Ότι και αν κάνεις πρέπει να το αγαπάς και να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό και προσωπικά το κάνω από την πρώτη μέρα έως και σήμερα».
Τι είδους τουρίστες έρχονται τα τελευταία χρόνια στην Αμμουδάρα; Αφήνουν χρήματα ή μοιράζονται μια σαλάτα 2-3 άτομα;
«Πάντα υπάρχουν και οι τουρίστες που θέλουν όταν βγουν έξω να φάνε καλά να δοκιμάσουν όλα τα φαγητά και οι πιο μαζεμένοι που θα κάνουν οικονομία. Εγώ πάντως δε ξέρω αν είμαι τυχερός, αλλά στις “Μούσες” έρχονται τουρίστες που τρώνε καλά».
Έλληνες τουρίστες υπάρχουν;
«Φυσικά και υπάρχουν. Μάλιστα ο έλληνας παραγγέλνει πάντα πολλά περισσότερα από τον ξένο, αφού όταν βγεί έξω θέλει να φάει και να πιεί καλά».
Διαθέτεις εκτός των άλλων και κέτερινγκ, έχει δουλειά;
«Δόξα το θεό δεν έχω παράπονο, μας προτιμά ο κόσμος για τις εκδηλώσεις του, αφού πάντα προσφέρουμε ποιοτικά προϊόντα και η περιποίηση μας είναι άψογη».
Στα lockdown που έγιναν λόγω κορωνοϊού είχατε την στήριξη της κυβέρνησης;
«Πολύ λίγα πράγματα σε σχέση με τη μεγάλη ζημιά που πάθαμε όλο αυτό το διάστημα. Νομίζω ότι η συμπαράσταση της κυβέρνησης στην εστίαση η οποία στοχοποιήθηκε, έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερη».
Φοβάσαι για νέο lockdown τον χειμώνα;
«Μακάρι να βγω ψεύτης, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα μας κλείσουν ξανά, αφού όπως λένε οι ειδικοί θα υπάρξει μεγάλη έξαρση της νόσου τους επόμενους μήνες».
Υπάρχει στη ζωή σου το κεφάλαιο ποδόσφαιρο, αφού για αρκετά χρόνια ήσουν πρόεδρος στην Τύλισο.
«Ναι, ήταν μια ωραία περίοδος της ζωής μου, ήμουν τότε στο “Σάμμυς” μέσα στην πίεση και μπορώ να πω ότι όταν πήγαινα στο γήπεδο ηρεμούσα, ξεχνιόμουν από το άγχος της δουλειάς και μπορώ να πω ότι περνούσα καλά».
Σήμερα πας στο γήπεδο;
«Όχι τόσο συχνά, αλλά χαίρομαι που η Τύλισος τα πολλά τελευταία χρόνια είναι σε καλά χέρια, αφού ο Βασίλης Κουβίδης αγαπά πολύ την ομάδα και την κρατά σε ένα πολύ καλό επίπεδο».






