Η μουσικοθεατρική παράσταση «Νίκος Ξυλούρης, ο Αρχάγγελος της Κρήτης», που παρουσιάζεται από τις 3 Δεκεμβρίου στο θέατρο ΗΒΗ, σε σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη καταχειροκροτήθηκε από περισσότερους από 11.000 θεατές μέσα στον πρώτο μήνα της παρουσίασής της.
Είναι η πρώτη φορά που η ζωή και το έργο ενός μεγάλου Έλληνα, ενός καλλιτέχνη-σύμβολο, του Νίκου Ξυλούρη, παρουσιάζεται στο θέατρο σε μία υψηλών αξιώσεων παραγωγή σε κείμενο της φιλολόγου και συγγραφέως Ζαχαρένιας Πετράκη, βασισμένο σε πολυετή έρευνα και αρχειακό υλικό.
Το έργο επιχειρεί να συστήσει τη μορφή του Ξυλούρη όχι μόνο ως φωνή-σύμβολο, αλλά ως εσωτερικό σύμπαν ενός ανθρώπου που τραγουδούσε με την ψυχή ενός λαού. Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκονται η πορεία του από τα Ανώγεια και την Κρήτη της Κατοχής, μέχρι τις μπουάτ της Αθήνας και το αποκορύφωμα της δημόσιας παρουσίας του, που ταυτίστηκε με τον αγώνα, την αξιοπρέπεια και την ελπίδα μιας ολόκληρης εποχής.
Ο σκηνοθέτης της παράστασης και ηθοποιός Νικορέστης Χανιωτάκης, μιλά αποκλειστικά στη «Φωνή του Μαλεβιζίου».
Λίγα λόγια για τον Νικορέστη Χανιωτάκη
Αφού σπούδασε με επιτυχία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα Ψυχολογίας, ασχολήθηκε αρχικά με την δημοσιογραφία και αργότερα με την υποκριτική και την σκηνοθεσία. Το 2011 αποφοίτησε από την δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης και έπειτα ολοκλήρωσε το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σκηνοθεσίας στο University of East London (2015). Ως ηθοποιός έχει λάβει μέρος σε αρκετές παραστάσεις μεταξύ των οποίων «Matilda», «Ζορμπάς», «Αναζητώντας τον Αττίκ», «Ποιος την ζωή μου…», «Όρνιθες», «Πλούτος» κ.α. συνεργαζόμενος με τους σκηνοθέτες όπως οι Διαγόρας Χρονόπουλος, Σοφία Σπυράτου, Σταμάτης Φασουλής, Φωκάς Ευαγγελινός, Κώστας Καζάκος κ.α. Επίσης συμμετείχε για τέσσερα χρόνια στην αγγλική τηλεοπτική σειρά «The Durrells» (2015-2019), η οποία παρουσιάστηκε σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο.
Ως σκηνοθέτης, έχει υπογράψει αρκετές θεατρικές παραστάσεις, κάποιες από τις οποίες είναι «Μήδεια του Μποστ», «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι», «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια;», «Η Γυναίκα με τα Μαύρα», «Ο Καλός Άνθρωπος του Σετσουάν», «Λυσσασμένη Γάτα», «Ο Κουλοχέρης του Σποκέιν», «Ολεάννα» κ.α. τα έξι τελευταία έργα σε δική του μετάφραση. Έχει συνεργαστεί με σημαντικούς ηθοποιούς όπως οι Νικήτας Τσακίρογλου, Λήδα Πρωτοψάλτη, Γρηγόρης Βαλτινός, Νίκος Κουρής, Μαρία Κίτσου, Πέγκυ Τρικαλιώτη, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Τάκης Σπυριδάκης, Μίνα Αδαμάκη, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Δημήτρης Πετρόπουλος, Γιάννης Καλατζόπουλος, Ελένη Κρίτα κ.α.
Έχει πάρει το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας το 2019 στα 9α θεατρικά βραβεία Θεσσαλονίκης για την παράσταση «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια;» και ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στα 21α βραβεία κοινού Αθηνοράματος για την παράσταση «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι».
-Κύριε Χανιωτάκη, θα θέλαμε αρχικά να μας αυτοσυστηθείτε. Λίγα λόγια για όσους δεν γνωρίζουν τον Νικορέστη σαν άνθρωπο και σαν καλλιτέχνη.
Εγώ έχω καταγωγή από την Κρήτη και είναι σημαντικό αυτό να το πω. Όλη μου η οικογένεια γεννήθηκε στην Κρήτη και αν και εγώ είμαι το πρώτο μέλος της οικογένειας που γεννήθηκε στην Αθήνα, πάντοτε αναζητούσα τη σύνδεση μου με το νησί και με κάθε ευκαιρία, καλοκαίρι, Πάσχα , επισκεπτόμουν και επισκέπτομαι τα χωριά μου, για να βιώσω εκεί στιγμές των διακοπών μου κυρίως, μαζί με τους οικείους μου.
Όταν τελείωσα το σχολείο, σπούδασα αρχικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ψυχολογία και αθλητική Δημοσιογραφία, μετά όμως με κέρδισε η αγάπη μου για το θέατρο, μπήκα στο Θέατρο Τέχνης στη Δραματική Σχολή του Καρόλου Κουν και τελείωσα ως ηθοποιός το 2010 και κατόπιν σπούδασα σκηνοθεσία κάνοντας το μεταπτυχιακό μου στο University of East London στην Αγγλία.
Όταν επέστρεψα το 2015 άρχισα να σκηνοθετώ και να παίζω στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας αλλά και της υπόλοιπης Ελλάδας, μέχρι που πέρυσι το καλοκαίρι του 2025, ανέλαβα την καλλιτεχνική διεύθυνση του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Έτσι έσμιξα ξανά με τον τόπο μου πιο ενεργά, κάτι το οποίο το αποζητούσα. Αυτά με λίγα λόγια είναι μια διαδρομή που έχω κάνει επαγγελματική και τα τελευταία χρόνια σκηνοθετώ, παίζω, στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.
Τελευταία μου συμμετοχή στον κινηματογράφο ήταν ο Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή, στην οποία παίζω, και στο θέατρο η τελευταία παράσταση που σκηνοθέτησα είναι η ζωή του Νίκου Ξυλούρη «Ο Αρχάγγελος της Κρήτης» στο θέατρο Ήβη.
– Ποιος είναι για εσάς ο ορισμός της τέχνης γενικότερα και τι πιστεύετε ότι έχει να δώσει στον ψυχισμό του ανθρώπου
Η τέχνη για εμένα είναι ένας τρόπος να αναπνέουμε καλύτερα. Ένας τρόπος να βλέπουμε την πραγματικότητα με έναν ποιο ποιητικό τρόπο, να μπορούμε να εκφραζόμαστε, να βγάζουμε από μέσα μας πράγματα, προβληματισμούς σκέψεις, συναισθήματα, που δεν μπορούμε να τα πούμε με απλές λέξεις, αλλά έχουμε την ανάγκη να τα πούμε με έναν καλλιτεχνικό τρόπο. Είτε με ποίηση, είτε με ζωγραφική, μπορούμε να εκφραστούμε μέσω της τέχνης, με έναν διαφορετικό τρόπο. Η τέχνη απεικονίζει μια πλευρά της πραγματικότητας με έναν καλλιτεχνικό τρόπο, με μια άλλη αισθητική. Προσωπικά, είναι ζωτικής σημασίας για εμένα. Η τέχνη με συντροφεύει από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, τη χρειάζομαι, την έχω ανάγκη και μπορώ να επικοινωνήσω με πολλούς ανθρώπους μέσω αυτής.
-Στη χώρα μας θεωρείτε πως η τέχνη σε οποιαδήποτε μορφή της έχει τη θέση που της αξίζει;
Την τέχνη μπορεί να την ασκήσει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος. Δεν έχει να κάνει με το πώς το βλέπει η πολιτεία ή κάποιος οργανισμός ή η κοινωνία. Η τέχνη ανήκει σε όλους και μπορεί να είναι από όλους για όλους. Είναι κάτι αρκετά εσωτερικό. Από εκεί και πέρα σε επαγγελματικό πλαίσιο για να μιλήσουμε, σαφώς υπάρχουν πολλά προβλήματα και ζητήματα, όπως και σε κάθε χώρα και η Ελλάδα έχει τα δικά της που καλείται να τα αντιμετωπίσει. Για παράδειγμα στο χώρο των ηθοποιών, βλέπουμε ότι παλεύουμε για τη συλλογική μας σύμβαση που είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα καθώς από το 2010 είμαστε εκτός συλλογικής σύμβασης και πολλοί, ειδικά οι νέοι ηθοποιοί, υποφέρουν, ταλαιπωρούνται, δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει για να μπορούν να βιοποριστούν από το επάγγελμά τους. Το ίδιο συμβαίνει και στους συντελεστές, όπως είναι για παράδειγμα οι σκηνοθέτες ή οι σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι κλπ. Πολλές φορές μπορεί να είναι ανασφάλιστοι, να μην μπορούν να συμπληρώσουν τα ένσημά τους για να έχουν μια σύνταξη.
Όλα αυτά είναι σημαντικά ζητήματα που έχουν να κάνουν όμως με την επαγγελματική τέχνη. Αυτά είναι πολύ σημαντικά ζητήματα που η πολιτεία οφείλει να τα κοιτάξει κατάματα και να γίνει μια πολύ καλύτερη συμφωνία μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών.

-Ποιο έργο ή ποιος ρόλος σας είναι ως σήμερα πιο κοντά στον χαρακτήρα τον δικό σας σαν άνθρωπος;
Είναι αυτός που αναλαμβάνω κάθε στιγμή. Δεν μπορώ να ανατρέξω στο παρελθόν γιατί ο ρόλος που θα υποδυθώ τώρα είναι για μένα ο σημαντικότερος. Είναι αυτός με τον οποίο ταυτίζομαι. Οι προηγούμενοι έγιναν, πέρασαν, τους αγάπησα, κάτι δημιουργήθηκε, ολοκληρώθηκε και έχει αφήσει ένα αποτύπωμα μέσα μου.
Ο τελευταίος ρόλος που έπαιξα ήταν του Νικόδημου στην ταινία του Καποδίστρια, με αυτόν αισθάνομαι πιο κοντά. Σκηνοθετικά, επειδή σκηνοθέτησα τη ζωή του Νίκου Ξυλούρη, ο χαρακτήρας του Νίκου Ξυλούρη είναι επίσης πολύ κοντά στον συναισθηματικό μου κόσμο και έχω πάρα πολλά πράγματα με τα οποία ταυτίζομαι, συναισθάνομαι, συγκινούμαι.
Πάντα το παρόν το εδώ και τώρα, είναι αυτό που νιώθω πιο κοντά μου.
– Θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση. Ίδιοι ή διαφορετικοί «κόσμοι»;
Έχουν πολλά κοινά και έχουν και διαφορές. Για παράδειγμα εγώ πιστεύω ότι η υποκριτική είναι πάντα η ίδια. Ο τρόπος που ακολουθεί δηλαδή ένας ηθοποιός για να ερμηνεύσει έναν ρόλο. Όμως τι αλλάζει; Αλλάζει η ένταση. Αλλάζει η ένταση η εσωτερική, αλλάζει η ένταση της φωνής, αλλάζει η απεύθυνση. Αλλάζουν δηλαδή ορισμένα στοιχεία. Από εκεί και πέρα το κάθε μέσον έχει τις διαφορές του, έχει όπως σας είπα και με την απεύθυνση.
Στο θέατρο το κοινό είναι μπροστά σου, αντιδρά εκείνη τη στιγμή την ώρα που δημιουργείς το έργο, ενώ στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση το έχεις ήδη παράξει και το παρουσιάζεις στους θεατές που βλέπουν το ίδιο πράγμα κάθε μέρα σε οποιαδήποτε αίθουσα ή στο σπίτι τους, ενώ στο θέατρο το κοινό επηρεάζει την παράσταση την συνδιαμορφώνει και όπως είναι φυσιολογικό δεν παίζεται κάθε μέρα η παράσταση με τον ίδιο τρόπο. Διότι οι ηθοποιοί δεν είναι μηχανές, δεν είναι ρομπότ. Και είμαστε και ανοιχτοί στο λάθος. Στο λάθος το καθημερινό και το διαφορετικό. Αυτή είναι η διαφορά του θεάτρου με τις άλλες τέχνες. Το θέατρο γεννιέται, ζει και πεθαίνει, μπροστά στα μάτια του θεατή ενώ μια σειρά ή μια ταινία έχει παραχθεί και παραμένει αυτούσια για πάντα.
–Tι σας εκφράζει ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο
Η αγάπη, ο σεβασμός, η ευγένεια είναι τρία στοιχεία τα οποία εγώ εκτιμώ πάρα πολύ στη ζωή μου και την καλλιτεχνική και στην προσωπική και τίποτα δεν γίνεται χωρίς αγάπη στη ζωή. Η αγάπη είναι η κινητήριος δύναμη για τα πάντα. Και αυτά ξεκινούν από την οικογενειακή και την προσωπική μας ζωή. Και αυτά δεν δημιουργούνται από την τέχνη. Η τέχνη δημιουργείται από τη ζωή.
–Η έμπνευση σε έναν καλλιτέχνη μπορεί να προέλθει από οπουδήποτε, από ένα αντικείμενο, μια χαρά ή μια απέραντη θλίψη. Σας έχει συμβεί να εμπνευστείτε από κάποιο χαρούμενο ή δυσάρεστο γεγονός στη ζωή σας;
Μόνο. Ο,τιδήποτε κάνω είναι εμπνευσμένο από τη ζωή μου. Ο,τιδήποτε συμβαίνει, δηλαδή ακόμα και αν εμπνευστώ από ένα γεγονός που συνέβη στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Πάλι έχει να κάνει με το πώς το βίωσα εγώ. Αν ήμουν παρών, αν μου το μετέφεραν, εγώ πως συνδέθηκα με αυτό. Ο,τιδήποτε με έχει επηρεάσει καλλιτεχνικά προέρχεται από τα βιώματά μου και μόνο από αυτά. Από μια μεγάλη χαρά, μια λύπη, μια ένταση, μια συγκίνηση, κάτι που είδα και με άγγιξε, με προβλημάτισε, ένα τραγούδι, μια νότα, ένα παιδί, μια σχέση, ο,τιδήποτε. Αν δεν συνδεθεί ένα έργο με την προσωπική μου ζωή δεν με ενδιαφέρει να το κάνω.

–Η εποχή που ζούμε θεωρώ ότι είναι δύσκολη για όλο τον κόσμο. Όμως πιστεύω ότι ένα καλό θεατρικό ή μια σειρά που μπορεί να μεταδώσει στον τηλεθεατή νοήματα μπορεί να αποτελέσει μια όαση δροσιάς στην ψυχή του. Συμφωνείτε με αυτό;
Φυσικά γιατί μιλάμε έτσι κι αλλιώς για ψυχική σύνδεση. Για να αισθανθούμε πράγματα η συγκίνηση είναι ότι μετακινούμαι μαζί με τους άλλους προς τα κάτω. Δηλαδή όταν βλέπω κάτι ή όταν ακούω κάτι, ξεκινάω από μια κατάσταση άλφα και όταν το ακούω ή το βλέπω και το βιώνω και το ολοκληρώνω και έχω μετακινηθεί προς μια κατάσταση βήτα. Η πρόθεση έχει πολύ μεγάλη σημασία. Όταν θέλουμε να αναδείξουμε το κίνητρο, αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας και να βγάλουμε το φως του κειμένου, τότε σίγουρα προσφέρουμε μια ανάταση ψυχής. Αλλά αυτό έχει να κάνει πάλι με την σύνδεση του έργου με εμάς και με το κοινό. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Το κάθε συναίσθημα που δημιουργείται στον κάθε θεατή είναι διαφορετικό, δεν είναι το ίδιο σε όλους. Και αυτό είναι πολύ όμορφο.
-Ποιά είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Οπωσδήποτε το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης έχει μια προτεραιότητα και σχεδιάζουμε ήδη την καλοκαιρινή μας περιοδεία, η συνέχεια της παράστασης η ζωή του Νίκου Ξυλούρη αλλά και τα υπόλοιπα έργα που κάνω που θα ήθελα να συνεχίσουν. Τώρα για παράδειγμα κάνουμε πρεμιέρα με το «Σεσουάρ για δολοφόνους» για τέταρτη χρονιά στο θέατρο «Γκλόρια» στην Αθήνα, και εγώ κοιτάω τα άμεσα βήματα δεν κοιτάζω πολύ μακριά.
Να είμαστε υγιείς, ενωμένοι, να προσπαθήσουμε όλοι για έναν καλύτερο κόσμο όσο μπορούμε για ειρήνη, αγάπη, οι οικογένειές μας να είναι καλά, οι άνθρωποι γύρω μας όλοι, και από εκεί και πέρα τα σχέδια θα τα πετύχουμε. Βήμα-βήμα. Σιγά σιγά θα ανακοινώσουμε και τι θα κάνουμε το καλοκαίρι με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και τι θα κάνουμε άμεσα μετά το Πάσχα.
-Πού αποδίδετε το γεγονός ότι από την Κρήτη λείπει πολύ το θέατρο; Δηλαδή δεν υπάρχουν χώροι σε όλες τις μεγάλες πόλεις του νησιού.
Εγώ έχω μια διαφορετική εικόνα να σας πω την αλήθεια. Δηλαδή βλέπω αρκετούς χώρους θεατρικούς. Απλώς γενικά στην Ελλάδα δεν έχουμε καλούς θεατρικούς χώρους και δεν έχουν όλοι την ίδια ευκαιρία να παράξουν θέατρο. Όμως βλέπω στην Κρήτη ότι δημιουργείται πολιτισμός σε κάθε γωνιά. Όλοι έχουν αυτή την ανάγκη. Είτε με τη μουσική είτε με το θέατρο είτε με τα εικαστικά και αυτό με έχει συγκινήσει πάρα πολύ. Και θέατρο βλέπω να παράγεται παντού. Από εκεί και πέρα είναι στη δική μας ευχέρεια και στην πολιτεία φυσικά, να διαμορφώσει καλύτερα τους χώρους, να υπάρχουν χώροι πιο οργανωμένοι, να βγάζουν μια υγεία μια ασφάλεια, και να δώσει την ευκαιρία σε όλους τους πολίτες να μπορούν να εκφραστούν. Όμως βλέπω αρκετά πράγματα να γίνονται στο νησί.
-Aς κλείσουμε με τον τόπο καταγωγή σας την Κρήτη. Τι συναισθήματα σας γεννιούνται όταν ακούτε για το νησί ή όταν επιτρέπει ο χρόνος σας να το επισκεφθείτε.
Μια επιστροφή στην παιδική μου ηλικία. Ξανανιώθω παιδί κάθε φορά που επισκέπτομαι την Κρήτη ή όταν ακούω γι’ αυτήν, υπάρχει ένα σκίρτημα μέσα μου. Βλέπω πάλι τον εαυτό μου μικρό, πως έπαιζα στους δρόμους ξυπόλητος και αυτό επίσης είναι για μένα βαθειά καλλιτεχνικό, η επιστροφή στην παιδικότητα. Και αυτό συνδέεται πάρα πολύ με το νησί μου. Μια αίσθηση ελευθερίας, και μάλιστα τώρα όταν ακούω τα λόγια του Νίκου Ξυλούρη που έλεγε «Δεν αντέχω επαέ τα φώτα της Αθήνας να γυρίσω στην Κρήτη να αρχίσουμε τις μαντινάδες και τις κοντυλιές και να τραγουδήσουμε τα ριζίτικα».
Αυτό για εμένα είναι βαθειά ποιητικό και ανθρώπινο και με συντροφεύει πολύ μέσα στην καρδιά μου.
Ελένη Δ. Μπουχαλάκη
