Η αγορά φαίνεται να κινείται κυρίως μέσω απευθείας συμφωνιών, σε επίπεδα τιμών που θεωρούνται αμοιβαία αποδεκτά από τα εμπλεκόμενα μέρη
Σε καθεστώς αναμονής συνεχίζει να βρίσκεται η ελληνική αγορά ελαιόλαδου, με τον ρυθμό των συναλλαγών να παραμένει χαμηλός, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Τιμών Ελαιόλαδου και Επιτραπέζιας Ελιάς της 6ης Φεβρουαρίου 2026, όπως καταγράφεται από το olivenews.gr.
Η εικόνα εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, με την αβεβαιότητα να επηρεάζει τόσο τους παραγωγούς όσο και τους αγοραστές, περιορίζοντας την κινητικότητα στην αγορά.
Καιρικές συνθήκες και διεθνείς εξελίξεις στο επίκεντρο
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το εκτεταμένο κύμα βροχοπτώσεων στην Ιβηρική Χερσόνησο, το οποίο δημιουργεί ανησυχία τόσο για τις ποσότητες όσο και για την ποιότητα της εσοδείας 2025/26, ενώ εντείνει τις επιφυλάξεις για τις προοπτικές της καλλιεργητικής περιόδου 2026/27.
Άγονες δημοπρασίες και απευθείας συμφωνίες
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κυριαρχεί μια στάση αναμονής και προσεκτικών κινήσεων, η οποία αποτυπώνεται και στις πρόσφατες δημοπρασίες ελαιόλαδου. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον, όπως στην Κριτσά, τη Ζάκρο και τη Σκοπή, ενώ αλλού οι προσφερόμενες τιμές κρίθηκαν μη ελκυστικές, ακόμη και για ΠΟΠ και βιολογικά ελαιόλαδα.
Αντίθετα, η αγορά φαίνεται να κινείται κυρίως μέσω απευθείας συμφωνιών, σε επίπεδα τιμών που θεωρούνται αμοιβαία αποδεκτά από τα εμπλεκόμενα μέρη.
Οι τιμές ελαιόλαδου ανά περιοχή
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ενδεικτικές τιμές παραγωγού (€/kg, βυτίο – ex work) διαμορφώνονται ως εξής:
Λακωνία: 4,40 – 5,30
Μεσσηνία: 4,00 – 5,20 (*)
Κρήτη: 4,40 – 5,00
Λαμπάντε: 2,30 – 2,50
(*) Για το δυσεύρετο ΠΟΠ Καλαμάτα
Επιτραπέζια ελιά: αυξημένη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές
Ακόμη πιο σύνθετη χαρακτηρίζεται η εικόνα στον κλάδο της επιτραπέζιας ελιάς, όπου στις υφιστάμενες πιέσεις από τους δασμούς των ΗΠΑ, τις εξελίξεις στη Mercosur και τα εμπόδια στις ευρωπαϊκές εξαγωγές, προστίθεται πλέον και η αβεβαιότητα που αφορά τις αγορές της Ινδίας.
Πρόκειται για έναν εξαγωγικό τομέα που αποφέρει περισσότερα από 600 εκατ. ευρώ ετησίως στην ελληνική οικονομία, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί ένα περιβάλλον αυξημένων προκλήσεων και αστάθειας, όπως επισημαίνεται από τους παράγοντες της αγοράς.


