15η Ιουλίου δεν είναι ημερομηνία για επετειακή χρήση στη Κύπρο. Είναι η μέρα κατά την οποία από το χουντοκρατούμενο ΡΙΚ μεταδιδόταν η «είδηση ότι «ο Μακάριος είναι νεκρός» και λίγες ώρες αργότερα ακούστηκε από την Πάφο τη φωνή του ίδιου του Μακαρίου να διαψεύδει τους πραξικοπηματίες, κρατώντας ζωντανή τη νομιμότητα και την αντίσταση.
Η μνήμη τέτοια μέρα επιστρέφει, πεισματικά, στα συρματοπλέγματα, στις φωτογραφίες των νεκρών, στις προσφυγικές αυλές και σε εκείνο το αίσθημα ότι η ιστορία της Κύπρου κόπηκε βίαια στα δύο και έκτοτε γίνεται προσπάθεια να εξηγηθούν τα αυτονόητα. Πέρασαν 52 χρόνια από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή που ακολούθησε. Οι πληγές, όμως, δεν μετριούνται στο ημερολόγιο, αλλά στους ανθρώπους, στη γη, στα σπίτια, στα ονόματα χωριών και σε μια μόνιμη εκκρεμότητα που έγινε καθημερινότητα.
Δύο φράσεις σημάδεψαν εκείνη τη μέρα. «Ο Μακάριος είναι νεκρός», «γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις». Η πρώτη εκφωνήθηκε από το ραδιόφωνο που είχαν καταλάβει οι πραξικοπηματίες και η δεύτερη ήρθε από την Πάφο, από τον άνθρωπο που είχαν ήδη φροντίσει να κηρύξουν ως νεκρό. Αν κάποιος ήθελε να περιγράψει την 15η Ιουλίου 1974 με ένα μόνο ηχητικό ντοκουμέντο, θα του αρκούσαν αυτές οι δύο προτάσεις. Από τη μία η χούντα, η ΕΟΚΑ Β’ και οι εγχώριοι εκτελεστές της εκτροπής και από την άλλη η νόμιμη εξουσία, τραυματισμένη αλλά όρθια, να απευθύνεται στον λαό μέσα από τα παράσιτα των ερτζιανών ενός «πειρατικού» ραδιοσταθμού.
Το ραδιο-φονικό έγκλημα
«Σήμερον την πρωίαν επενέβη η Εθνική Φρουρά διά να σταματήσει τον αδελφοκτόνον πόλεμον μεταξύ των Ελλήνων. Η Εθνική Φρουρά είναι τη στιγμήν αυτήν κυρία της καταστάσεως. Ο Μακάριος είναι νεκρός».
Με αυτή την ανακοίνωση, επαναλαμβανόμενη από το ΡΙΚ, οι πραξικοπηματίες δεν ενημέρωναν απλώς, αλλά ομολογούσαν το έγκλημα. Η διατύπωση ήταν ψυχρή, σχεδόν γραφειοκρατική, αλλά πίσω της βρισκόταν η απόπειρα δολοφονίας του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Δεν υπήρχε καν η προσπάθεια συγκάλυψης. Η χούντα του Ιωαννίδη και οι τοπικοί της συνεργοί στη Κύπρο πίστευαν πως είχαν τελειώσει τη δουλειά.
Ο Μακάριος όμως δεν ήταν νεκρός. Είχε διαφύγει από το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία, ενώ οι πραξικοπηματίες πανηγύριζαν πρόωρα. Το ραδιόφωνο μετέδιδε τον θάνατό του και εκείνος κατευθυνόταν προς την Πάφο. Η ειρωνεία της ιστορίας ήταν σκληρή. Αυτοί που ήθελαν να εμφανιστούν ως σωτήρες της πατρίδας, την οδηγούσαν προς την καταστροφή. Αυτοί που μιλούσαν για εθνικό καθήκον, έγιναν η εσωτερική πύλη από την οποία πέρασε λίγες μέρες μετά ο Αττίλας.
Στην Αθήνα, οι δικτάτορες περίμεναν την πολιτική κεφαλή του Μακαρίου επί πίνακι. Στη Λευκωσία, οι πρόθυμοι είχαν αναλάβει να στήσουν το σκηνικό. Στην κορυφή του σκηνικού τοποθέτησαν τον Νίκο Σαμψών, όχι ως ηγέτη, αλλά ως πιόνι. Η Κύπρος είχε δει πολλά, αλλά πρόεδρο διορισμένο από τανκς, πραξικοπηματίες και χουντικές εντολές, τον είδε εκείνη τη μέρα.
Η φωνή από την Πάφο
Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του ΡΙΚ, από τον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό της Πάφου ακούστηκε η φωνή που ανέτρεψε το αφήγημα των πραξικοπηματιών. Ήταν ο Μακάριος. Κουρασμένος, πιεσμένος, με τη βεβαιότητα ότι η ζωή του εξακολουθούσε να απειλείται, αλλά ζωντανός. Το διάγγελμά του γράφτηκε πρόχειρα, σε χαρτί, μέσα στην Μητρόπολη Πάφου. Το χειρόγραφο σώζεται και αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο ισχυρά τεκμήρια εκείνης της ημέρας.

Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στο κείμενο που εκφωνήθηκε, αλλά και σε όσα γράφτηκαν και μετά διαγράφηκαν. Στις διορθώσεις, στις σημειώσεις του περιθωρίου, στις φράσεις που ο Μακάριος σκέφτηκε να πει και τελικά απέσυρε. Εκεί φαίνεται η ένταση της στιγμής, αλλά και η προσπάθεια να κρατηθεί το διάγγελμα σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο. Δεν μιλούσε ως ένας άνθρωπος που γλίτωσε από δολοφονική επίθεση. Μιλούσε ως ο νόμιμος Πρόεδρος μιας χώρας στην οποία επιχειρήθηκε κατάλυση της δημοκρατικής τάξης.

Πηγή: protothema.gr
