Από τη «βιομηχανική επανάσταση» του 2019 στα ερωτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας: Η υπόθεση των «σπιτιών ανακύκλωσης»

Υπήρξαν στιγμές που παρουσιάστηκαν ως η απαρχή μιας νέας βιομηχανικής εποχής για την Ελλάδα. Μία από αυτές ήταν η 5η Δεκεμβρίου 2019, όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης βρέθηκε στην Παλλήνη για να εγκαινιάσει την πρώτη μονάδα της κοινοπραξίας Envipco-ΤΕΧΑΝ, παρουσία του τότε πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, Τζέφρι Πάιατ.

Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Η Ελλάδα θα αποκτούσε μια σύγχρονη παραγωγική μονάδα, θα προσέλκυε επένδυση ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων, θα δημιουργούσε δεκάδες νέες θέσεις εργασίας και θα εξελισσόταν σε εξαγωγικό κέντρο μηχανημάτων ανταποδοτικής ανακύκλωσης. Οι εξαγγελίες εκείνης της ημέρας δεν άφηναν περιθώρια αμφισβήτησης. Ανακοινώθηκαν άμεσα 60 νέες θέσεις εργασίας, προοπτική για 230 εργαζόμενους μέσα σε πέντε χρόνια και παραγωγή μηχανημάτων συνολικής αξίας έως και 150 εκατομμυρίων δολαρίων με έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα.

Επτά χρόνια αργότερα, όμως, το αποτύπωμα εκείνων των δεσμεύσεων γεννά περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Πού βρίσκεται η επένδυση των 10 εκατομμυρίων δολαρίων; Πού είναι οι εκατοντάδες θέσεις εργασίας;  Πού βρίσκεται η ελληνική παραγωγή που παρουσιάστηκε ως πρότυπο βιομηχανικής ανάπτυξης; Και, κυρίως, ποιος ενημέρωσε τότε την πολιτική ηγεσία ότι επρόκειτο να δημιουργηθεί μια παραγωγική μονάδα με διεθνή εξαγωγικό προσανατολισμό;

Οι αριθμοί που διαψεύδουν το αφήγημα

Οι οικονομικές καταστάσεις της Envipco Hellas μέχρι το τέλος του 2024 περιγράφουν μια εικόνα εντελώς διαφορετική από εκείνη που παρουσιάστηκε στα εγκαίνια.

Τα συνολικά πάγια της εταιρείας διαμορφώνονται περίπου στις 600.000 ευρώ, ενώ ο μηχανολογικός εξοπλισμός αντιστοιχεί σε ένα μικρό μόνο μέρος αυτού του ποσού, περίπου στις 100.000 ευρώ αρχικής αξίας.

Για μια επιχείρηση που παρουσιάστηκε ως νέα βιομηχανική μονάδα παραγωγής, τα στοιχεία αυτά προκαλούν εύλογο προβληματισμό. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το ανθρώπινο δυναμικό. Οι εκατοντάδες θέσεις εργασίας που εξαγγέλθηκαν δεν εμφανίζονται πουθενά. Αντίθετα, το 2024 ο μέσος αριθμός εργαζομένων περιορίζεται περίπου στα 32 άτομα, σχεδόν οι μισοί απ’ όσους είχαν ανακοινωθεί μόνο για την πρώτη φάση της επένδυσης.
Η εικόνα αυτή απέχει σημαντικά απ’ όσα παρουσιάστηκαν ως στρατηγική βιομηχανική επένδυση διεθνούς εμβέλειας.

Παραγωγή ή απλή συναρμολόγηση;

Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι άλλο: Παρήγαγε ποτέ η ελληνική μονάδα τα περίφημα μηχανήματα ανακύκλωσης ή απλώς συναρμολογούσε εξαρτήματα που είχαν ήδη κατασκευαστεί στο εξωτερικό;  Η απάντηση προκύπτει όχι από καταγγελίες αντιπάλων ούτε από πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά από την ίδια τη μητρική εταιρεία.

Στην επίσημη παρουσίαση των δραστηριοτήτων της Envipco αναφέρεται ότι η ελληνική εγκατάσταση λειτουργεί ως μονάδα συναρμολόγησης των μηχανημάτων Quantum που προορίζονται για την ελληνική αγορά. Μάλιστα, επισημαίνεται ότι τα μηχανήματα έχουν ήδη προετοιμαστεί στη Γερμανία και στην Ελλάδα πραγματοποιούνται οι τελικές ρυθμίσεις και η ολοκλήρωση πριν από την εγκατάστασή τους. Με απλά λόγια, η βαριά βιομηχανική παραγωγή, η υψηλή προστιθέμενη αξία και το κύριο κατασκευαστικό αντικείμενο βρίσκονται εκτός Ελλάδας. Η ελληνική μονάδα λειτουργεί ως σταθμός τελικής συναρμολόγησης.

Η προστιθέμενη αξία ταξιδεύει στο εξωτερικό. Η ίδια η Envipco αναφέρει ότι η βασική κατασκευή πραγματοποιείται στη γερμανική μονάδα της στην περιοχή Osnabrück.

Εκεί παράγονται τα κύρια μέρη των μηχανημάτων και από εκεί αποστέλλονται στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, η τεχνογνωσία, το παραγωγικό αντικείμενο και η βιομηχανική δραστηριότητα παραμένουν στη Γερμανία.
Στην Ελλάδα παραμένει το τελικό στάδιο συναρμολόγησης. Είναι, λοιπόν, εύλογο να τίθεται το ερώτημα εάν οι ανακοινώσεις του 2019 αντανακλούσαν την πραγματική φύση της επένδυσης ή αν δημιουργήθηκαν προσδοκίες που ουδέποτε επιβεβαιώθηκαν στην πράξη.

Όσο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διευρύνει το πεδίο της έρευνας, τόσο αυξάνονται και τα ερωτήματα. Πώς διαμορφώθηκαν οι τεχνικές προδιαγραφές; Πώς προσδιορίστηκε το κόστος; Ποιος αξιολόγησε την οικονομική αποδοτικότητα των συγκεκριμένων επενδύσεων;

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται παράλληλα με το εύρος των προμηθειών που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια. Την ώρα που η εγχώρια παραγωγική βάση εμφανίζεται περιορισμένη, τα πολύκεντρα ανακύκλωσης συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο μεγάλων δημόσιων συμβάσεων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Στην Κρήτη, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη της έρευνας, λειτουργούν περίπου 60 “σπιτάκια ανακύκλωσης” σε δήμους των Περιφερειακών Ενοτήτων Ηρακλείου, Ρεθύμνου και Λασιθίου, με κόστος που προσεγγίζει τις 300.000 ευρώ ανά μονάδα, ενώ αναφέρονται και ετήσιες λειτουργικές δαπάνες που προσεγγίζουν τις 20.000 ευρώ ανά εγκατάσταση για τουλάχιστον έναν εργαζόμενο.

Το οικονομικό αποτύπωμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό και αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον υπό το φως των εξελίξεων που ακολούθησαν. Γιατί ενώ η βιομηχανική επένδυση, που παρουσιάστηκε ως αναπτυξιακό άλμα, φαίνεται να περιορίστηκε σε δραστηριότητα συναρμολόγησης, οι δημόσιες προμήθειες όχι μόνο συνεχίστηκαν, αλλά εξελίχθηκαν σε υπόθεση που πλέον απασχολεί και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Από τις εξαγγελίες στις ευρωπαϊκές έρευνες: όταν οι δημόσιες συμβάσεις μπαίνουν στο “μικροσκόπιο”

Αν το πρώτο μεγάλο ερώτημα αφορά τι απέγινε η επένδυση που παρουσιάστηκε ως η νέα βιομηχανική ναυαρχίδα της ανακύκλωσης στην Ελλάδα, το δεύτερο αφορά τα χρήματα που ακολούθησαν. Και εδώ τα ποσά δεν είναι θεωρητικά. Είναι δημόσιο χρήμα. Είναι ευρωπαϊκοί πόροι. Είναι δανειακές χρηματοδοτήσεις που θα αποπληρώνονται επί σειρά ετών. Και πλέον αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Η υπόθεση αλλάζει επίπεδο

Οι πρώτες πληροφορίες αφορούσαν τους διαγωνισμούς τριών Περιφερειών.
Σήμερα, όμως, το πεδίο της έρευνας διευρύνεται σημαντικά. Στο “μικροσκόπιο” μπαίνουν πλέον και οι απευθείας συμβάσεις, μέσω των οποίων οκτώ μεγάλοι Δήμοι της χώρας απέκτησαν το 2022 τα γνωστά «σπίτια ανακύκλωσης» ή πολύκεντρα ανακύκλωσης.

Δεν πρόκειται για μια απλή διοικητική διερεύνηση. Η υπόθεση αποκτά ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς στην αλυσίδα της χρηματοδότησης βρίσκεται και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), η οποία διαθέτει ενεργό πρωτόκολλο συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την ανταλλαγή στοιχείων όταν διερευνώνται πιθανές παρατυπίες στη διαχείριση κοινοτικών πόρων. Με απλά λόγια, όταν η διαδρομή του χρήματος περνά από ευρωπαϊκά ταμεία, η υπόθεση παύει να αποτελεί αποκλειστικά ελληνική υπόθεση.

Το πρόγραμμα των 66 εκατομμυρίων ευρώ

Η αφετηρία βρίσκεται στο πρόγραμμα “Αντώνης Τρίτσης”. Το 2022 το υπουργείο Εσωτερικών, μέσω της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης και Εφαρμογής (ΕΥΔΕ), ενεργοποίησε τον άξονα “Περιβάλλον”, χρηματοδοτώντας την προμήθεια πολυκέντρων ανακύκλωσης. Η χρηματοδότηση δεν προήλθε από τα ταμεία των Δήμων. Πραγματοποιήθηκε μέσω επενδυτικού δανείου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο αποπληρώνεται από πόρους του υπουργείου Εσωτερικών.
Πίσω όμως από αυτή τη χρηματοδοτική διαδρομή βρίσκεται ακόμη ένας κρίσιμος κρίκος: Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Το 1 δισεκατομμύριο ευρώ που ανοίγει νέες διαδρομές

Για το πρόγραμμα “Αντώνης Τρίτσης” η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει διαθέσει συνολική χρηματοδότηση ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ, ανάμεσά τους και τα “σπιτάκια ανακύκλωσης”.

Τα πρώτα 500 εκατομμύρια εγκρίθηκαν το 2021. Άλλα 500 εκατομμύρια ακολούθησαν στη συνέχεια, δημιουργώντας ένα τεράστιο χρηματοδοτικό απόθεμα για έργα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ένα ποσό αυτού του μεγέθους δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από αυστηρούς ελέγχους. Και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων συνεργάζεται θεσμικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην ανταλλαγή πληροφοριών όταν υπάρχουν υποθέσεις που σχετίζονται με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Το ενδιαφέρον, συνεπώς, δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο αν ένα έργο ολοκληρώθηκε. Επεκτείνεται στον τρόπο ανάθεσης, στο κόστος, στη διαδικασία και στη συνολική διαχείριση των κονδυλίων. Το πρόγραμμα “Αντώνης Τρίτσης” χρηματοδοτείται μέσω δανειακής γραμμής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με εθνικούς πόρους, ενώ η ΕΤΕπ διατηρεί θεσμική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την υποστήριξη ερευνών που αφορούν έργα τα οποία χρηματοδοτεί.

Υπάρχει και ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο: η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) έχει αρμοδιότητα κυρίως σε αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρα, αν πράγματι η EPPO διερευνά πλέον και συγκεκριμένες συμβάσεις του “Αντώνης Τρίτσης”, αυτό δε σημαίνει αυτομάτως ότι το πρόγραμμα είναι ΕΣΠΑ. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό ή οικονομικό ενδιαφέρον (όπως η συμμετοχή της ΕΤΕπ ή άλλο στοιχείο που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της), γι’ αυτό και η εμπλοκή της δεν είναι τυχαία.

Οι οκτώ Δήμοι και οι δέκα συμβάσεις

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται δέκα συμβάσεις που υπέγραψαν οκτώ Δήμοι της χώρας.
Πρόκειται για τους Δήμους:

  • Αθηναίων,
  • Θεσσαλονίκης,
  • Πειραιά,
  • Αχαρνών,
  • Χαλκίδας,
  • Παλαιού Φαλήρου,
  • Αιγάλεω,
  • Παπάγου-Χολαργού.

Συνολικά αποκτήθηκαν 181 πολύκεντρα ανακύκλωσης. Η κατανομή τους παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον:
– 50 στον Δήμο Αθηναίων.
– 48 στον Δήμο Θεσσαλονίκης.
– 32 στον Δήμο Πειραιά.
– 16 στις Αχαρνές.
– 13 στη Χαλκίδα.
– 10 στο Παλαιό Φάληρο.
– 6 στο Αιγάλεω.
– 6 στον Παπάγου-Χολαργό.
Ο συνολικός προϋπολογισμός των συμβάσεων ανέρχεται στα 66 εκατομμύρια ευρώ.
Το κόστος κάθε πολυκέντρου διαμορφώνεται περίπου στις 300.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, προσεγγίζοντας τις 365.000 ευρώ με τον φόρο.
Πρόκειται για ποσά που από μόνα τους εξηγούν γιατί η υπόθεση προσελκύει πλέον τόσο έντονο ελεγκτικό ενδιαφέρον.

Η διάταξη που άνοιξε τον δρόμο και στη συνέχεια καταργήθηκε

Η ιστορία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον εξαιτίας μιας νομοθετικής παρέμβασης. Τα πολύκεντρα ανακύκλωσης δεν αποτελούν απλές εγκαταστάσεις. Έχουν διαστάσεις κοντέινερ. Συνοδεύονται από φυλάκιο. Διαθέτουν ακόμη και χημικές τουαλέτες. Η εγκατάστασή τους σε δημόσιους χώρους δεν ήταν αυτονόητη. Για να καταστεί εφικτή, θεσπίστηκε ειδική διάταξη μέσω του Νόμου 4964/2022, η οποία επέτρεπε την τοποθέτησή τους χωρίς την τήρηση της συνήθους πολεοδομικής διαδικασίας και χωρίς έκδοση οικοδομικής άδειας.

Η συγκεκριμένη επιλογή είχε προκαλέσει αντιδράσεις ήδη από το 2024, όταν ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Αττικής είχε θέσει δημόσια το ζήτημα. Σήμερα, η ίδια αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον. Καταργήθηκε με τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. 5314/2026, άρθρο 773). Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε νέα εγκατάσταση αντίστοιχων πολυκέντρων θα πρέπει πλέον να ακολουθεί την κανονική διαδικασία αδειοδότησης. Η εξέλιξη αυτή αλλάζει τα δεδομένα και για μελλοντικά έργα του συστήματος DRS.

Και η Κρήτη “στο κάδρο”

Η Κρήτη δε μένει εκτός της μεγάλης εικόνας. Αντίθετα, αποτελεί μία από τις περιοχές όπου τα πολύκεντρα ανακύκλωσης αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη, σε δήμους των Περιφερειακών Ενοτήτων Ηρακλείου, Ρεθύμνου και Λασιθίου αναπτύσσεται δίκτυο περίπου 60 εγκαταστάσεων. Βέβαια είναι εκτός του προγράμματος “Αντώνης Τρίτσης”, παρότι αρχικά το Ηράκλειο ήταν σε αυτό με 25 σπιτάκια, αλλά τέλειωσε και δεν το πρόλαβε να ενταχθεί, αλλά είναι επιδοτούμενα τελικά, όπως και σε άλλες περιφέρειες από κονδύλια της Ε.Ε., εξ ου και η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κατευθείαν.

Στην Κρήτη, τα πολύκεντρα ανακύκλωσης δεν αποκτήθηκαν μέσω του προγράμματος “Αντώνης Τρίτσης”. Η προμήθεια έγινε από τον ΕΣΔΑΚ (Ενιαίος Σύνδεσμος Διαχείρισης Απορριμμάτων Κρήτης) και χρηματοδοτήθηκε από ευρωπαϊκούς πόρους του ΕΣΠΑ 2014-2020, συγκεκριμένα από το επιχειρησιακό πλαίσιο ΥΜΕΠΕΡΑΑ (Υποδομές Μεταφορών, Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη). Δηλαδή η αλυσίδα ήταν: Ευρωπαϊκή Ένωση – ΕΣΠΑ 2014-2020 / ΥΜΕΠΕΡΑΑ – ΕΣΔΑΚ – προμήθεια πολυκέντρων ανακύκλωσης – Δήμοι Κρήτης.

Η ίδια “γραμμή” χρηματοδότησης (ΕΣΠΑ/ΥΜΕΠΕΡΑΑ και όχι “Αντώνης Τρίτσης”) εμφανίζεται κυρίως σε αγορές που έγιναν από Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) και όχι από μεμονωμένους Δήμους: Αττική – μέσω του ΕΔΣΝΑ (Ειδικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής), με περίπου 130 μηχανήματα.

Πελοπόννησος – μέσω του ΦΟΔΣΑ Πελοποννήσου, με περίπου 58 μηχανήματα.
Κρήτη – μέσω του ΕΣΔΑΚ, με περίπου 60 μηχανήματα.

Αυτές οι τρεις περιπτώσεις είναι που συνδέονται με την απευθείας έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τα πολύκεντρα που αγοράστηκαν με πόρους του προηγούμενου ΕΣΠΑ. Νέα εξέλιξη που ενισχύει τον έλεγχο γύρω από τα “σπιτάκια ανακύκλωσης” είναι η πρόσθετη δημοσιονομική διόρθωση, ύψους περίπου 25 εκατομμυρίων ευρώ, που επιβλήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στον ΕΣΔΝΑ, στον ΦΟΔΣΑ Πελοποννήσου και στον ΕΣΔΑΚ. Η νέα αυτή “καμπάνα” αφορά πρόσθετη κατ’ αποκοπή διόρθωση 55% επί των εναπομεινασών δαπανών των πολυκέντρων ανακύκλωσης και προέκυψε μετά από ελέγχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε δείγμα 30 εγκαταστάσεων. Σύμφωνα με τα ευρήματα του ελέγχου, από τα υλικά που συλλέχθηκαν το 2025, ποσοστό 55% αφορούσε υλικά συσκευασίας που υπάγονται στη διευρυμένη ευθύνη παραγωγού, ενώ μόλις το 45% αντιστοιχούσε στα «λοιπά ανακυκλώσιμα», για τα οποία είχε σχεδιαστεί η συγκεκριμένη χρηματοδότηση. Τα ποσά που ζητούνται προς ανάκτηση ανέρχονται σε περίπου 13,2 εκατομμύρια ευρώ για τον ΕΣΔΝΑ, 5,8 εκατομμύρια ευρώ για τον ΦΟΔΣΑ Πελοποννήσου και 6 εκατομμύρια ευρώ για τον ΕΣΔΑΚ, με το συνολικό ύψος της νέας δημοσιονομικής διόρθωσης να ξεπερνά τα 25 εκατομμύρια ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά την προηγούμενη ανάκτηση περίπου 40 εκατομμυρίων ευρώ από τους ίδιους φορείς και προσθέτει ένα ακόμη κεφάλαιο στην υπόθεση των πολυκέντρων ανακύκλωσης που ήδη βρίσκεται υπό ευρωπαϊκό ελεγκτικό ενδιαφέρον. Το βασικό ζήτημα που τίθεται πλέον δεν αφορά μόνο το κόστος αγοράς και εγκατάστασης των μονάδων, αλλά και το κατά πόσο η πραγματική λειτουργία τους ανταποκρίθηκε στο χρηματοδοτικό και περιβαλλοντικό μοντέλο με βάση το οποίο εγκρίθηκαν οι ευρωπαϊκοί πόροι.

Με κόστος που προσεγγίζει τις 300.000 ευρώ ανά μονάδα και με ετήσιο λειτουργικό κόστος που αναφέρεται κοντά στις 20.000 ευρώ για τουλάχιστον έναν εργαζόμενο ανά εγκατάσταση, το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το ύψος της αρχικής προμήθειας. Αφορά και το διαρκές κόστος λειτουργίας που καλούνται να διαχειριστούν οι Δήμοι τα επόμενα χρόνια.

Όταν οι απαντήσεις γίνονται πιο επιτακτικές από ποτέ

Όσο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διευρύνει το πεδίο της έρευνας, τόσο αυξάνονται και τα ερωτήματα. Πώς διαμορφώθηκαν οι τεχνικές προδιαγραφές; Πώς προσδιορίστηκε το κόστος; Ποιος αξιολόγησε την οικονομική αποδοτικότητα των συγκεκριμένων επενδύσεων;
Και τελικά, απέδωσαν τα πολύκεντρα ανακύκλωσης το περιβαλλοντικό και οικονομικό αποτέλεσμα που είχε παρουσιαστεί όταν εγκρίθηκαν οι χρηματοδοτήσεις; Είναι ερωτήματα που πλέον δεν τίθενται μόνο στον δημόσιο διάλογο. Τίθενται και στο επίπεδο των ευρωπαϊκών ελεγκτικών μηχανισμών.

Από τις καταγγελίες στον επιχειρηματικό “πόλεμο”

Η διεύρυνση της έρευνας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν άφησε ανεπηρέαστη την αγορά της ανακύκλωσης. Το αντίθετο. Όσο η υπόθεση αποκτά νέα χαρακτηριστικά, τόσο εντείνονται οι δημόσιες αντιπαραθέσεις, οι διαψεύσεις και οι εκατέρωθεν αιχμές. Μια αγορά που μέχρι πριν από λίγα χρόνια παρουσιαζόταν ως το νέο πρόσωπο της «πράσινης ανάπτυξης», σήμερα θυμίζει πεδίο σύγκρουσης επιχειρηματικών, οικονομικών και θεσμικών συμφερόντων.

Η απάντηση της ΤΕΧΑΝ: «Ψευδή και συκοφαντικά δημοσιεύματα»

Απέναντι στον κύκλο των αποκαλύψεων, η ΤΕΧΑΝ επέλεξε να απαντήσει δημόσια.
Με ανακοίνωση και δημοσίευση βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η εταιρεία χαρακτήρισε τα δημοσιεύματα «ψευδή και συκοφαντικά», απορρίπτοντας κάθε σύνδεση με παρατυπίες. Παράλληλα, απέδωσε τη χρονική συγκυρία των αποκαλύψεων σε έναν ευρύτερο επιχειρηματικό ανταγωνισμό, υποστηρίζοντας ότι πίσω από τις επιθέσεις βρίσκεται η προσπάθεια ανταγωνιστικών συμφερόντων να επηρεάσουν τις εξελίξεις στην αγορά του συστήματος επιστροφής εγγυοδοσίας (DRS).

Η εταιρεία υποστήριξε ακόμη ότι βασικός ανταγωνιστής της είχε καταθέσει προσφορά αντίστοιχου οικονομικού ύψους σε σχετικό διαγωνισμό, ενώ έκανε λόγο ακόμη και για επαφές διπλωματικής αντιπροσωπίας ξένης χώρας με κυβερνητικούς παράγοντες σχετικά με το ίδιο αντικείμενο. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αναδεικνύουν το μέγεθος της αντιπαράθεσης που έχει αναπτυχθεί γύρω από μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Το DRS και η επόμενη αγορά που ήδη προσελκύει ενδιαφέρον

Το ενδιαφέρον δε σταματά στα ήδη εγκατεστημένα πολύκεντρα. Στον ορίζοντα βρίσκεται το νέο πανελλαδικό σύστημα επιστροφής συσκευασιών (DRS), το οποίο αναμένεται να οδηγήσει σε νέες μεγάλες προμήθειες εξοπλισμού. Μιλάμε για ένα νέο “χρυσοφόρο” κεφάλαιο ύφους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ. Και εδώ, όμως, τα δεδομένα αλλάζουν. Η κατάργηση της διάταξης που επέτρεπε την εγκατάσταση των πολυκέντρων χωρίς οικοδομική άδεια δημιουργεί ένα εντελώς διαφορετικό θεσμικό περιβάλλον. Οι μελλοντικές εγκαταστάσεις δε θα μπορούν να ακολουθήσουν την ίδια διαδικασία. Θα απαιτούν πλήρη πολεοδομική αδειοδότηση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε χρόνο, κόστος και διοικητικές εγκρίσεις.
Με άλλα λόγια, το πλαίσιο μέσα στο οποίο σχεδιάζονται οι επόμενες επενδύσεις δεν είναι πλέον το ίδιο.

Το βάρος μεταφέρεται στους Δήμους

Πέρα όμως από το κόστος αγοράς υπάρχει και η καθημερινότητα.
Κάθε πολύκεντρο απαιτεί λειτουργία, συντήρηση, προσωπικό, φύλαξη και συνεχή τεχνική υποστήριξη. Είναι μια πραγματικότητα που αρκετοί Δήμοι καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν. Στην Αττική, ο ΕΔΣΝΑ έχει ήδη ζητήσει από τους 44 Δήμους που παρέλαβαν πολύκεντρα να αναλάβουν με ίδιους πόρους τη λειτουργία τους.

Στην Κρήτη, αντίθετα, η Περιφέρεια έχει επιλέξει διαφορετική προσέγγιση, ανακοινώνοντας νέο διαγωνισμό για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων, επιχειρώντας να αποφύγει την άμεση οικονομική επιβάρυνση των Δήμων. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ακόμη και μεταξύ των φορέων της Αυτοδιοίκησης δεν υπάρχει ενιαία στρατηγική για το πώς θα καλυφθεί το πραγματικό κόστος λειτουργίας των πολυκέντρων.

Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο το κόστος

Η δημόσια συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στο αν ένα πολύκεντρο κοστίζει 300.000 ευρώ, αντί για 60.000. Ούτε στο αν απαιτεί δεκάδες χιλιάδες ευρώ κάθε χρόνο για να παραμένει σε λειτουργία. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Έχει επιτευχθεί ο περιβαλλοντικός στόχος που δικαιολογεί αυτή τη δαπάνη;
Έχουν αυξηθεί τα ποσοστά ανακύκλωσης στον βαθμό που είχε προβλεφθεί;

Υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα που να αποδεικνύουν ότι το δημόσιο χρήμα αξιοποιήθηκε με τον πλέον αποδοτικό τρόπο; Γιατί, όταν τα ποσά είναι τόσο μεγάλα, η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη νομιμότητα της διαδικασίας. Αφορά και την αποτελεσματικότητα της ίδιας της επένδυσης.

Οι συμπτώσεις που γεννούν ερωτήματα

Η χρονική αλληλουχία των γεγονότων προκαλεί αναπόφευκτα προβληματισμό.
Το 2019 παρουσιάζεται μια επένδυση ως βιομηχανικό ορόσημο. Ανακοινώνονται δεκάδες εκατομμύρια δολάρια, εκατοντάδες νέες θέσεις εργασίας και παραγωγή μηχανημάτων στην Ελλάδα. Τα επόμενα χρόνια ακολουθούν δημόσιες προμήθειες εκατοντάδων πολυκέντρων ανακύκλωσης. Διατίθενται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.

Παράλληλα ενεργοποιούνται χρηματοδοτήσεις ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για έργα του προγράμματος “Αντώνης Τρίτσης”. Στη συνέχεια καταργείται η ειδική διάταξη που επέτρεπε την εγκατάσταση των πολυκέντρων χωρίς οικοδομική άδεια.

Και τελικά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διευρύνει το αντικείμενο της έρευνάς της.
Καθεμία από αυτές τις εξελίξεις μπορεί να εξεταστεί αυτοτελώς. Όλες μαζί, όμως, συνθέτουν μια αλληλουχία γεγονότων που δύσκολα περνά απαρατήρητη.

Υπάρχουν ευθύνες

Το πολιτικό ερώτημα που παραμένει αναπάντητο

Πέρα από τις δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, υπάρχει ένα ερώτημα που αφορά ευθέως την πολιτική ευθύνη: Ποιος εισηγήθηκε το 2019 ότι στην Ελλάδα δημιουργείται μια μεγάλη παραγωγική μονάδα κατασκευής μηχανημάτων;

Ποιος διαβεβαίωνε ότι θα πραγματοποιηθούν επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων και θα δημιουργηθούν εκατοντάδες νέες θέσεις εργασίας;
Και ποιος αξιολόγησε ότι η πραγματική εξέλιξη ανταποκρίνεται σε εκείνες τις δεσμεύσεις; Γιατί, αν τελικά η εγχώρια δραστηριότητα περιορίστηκε στη συναρμολόγηση εξαρτημάτων που κατασκευάζονται στο εξωτερικό, τότε η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν και στην πραγματικότητα που διαμορφώθηκε είναι μεγάλη.

Η υπόθεση των “σπιτιών ανακύκλωσης” φαίνεται πως έχει πάψει να είναι μια τεχνική συζήτηση για την ανακύκλωση ή μια διαφωνία μεταξύ εταιρειών. Αγγίζει πλέον τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται μεγάλες δημόσιες προμήθειες, αξιοποιούνται ευρωπαϊκοί πόροι και παρουσιάζονται επενδύσεις ως αναπτυξιακά ορόσημα.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλείται να εξετάσει τη νομιμότητα των διαδικασιών. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα αποτιμήσουν τα πραγματικά δεδομένα. Οι αρμόδιες Αρχές θα αποφανθούν για όσα διερευνώνται. Μέχρι τότε, όμως, τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Και σε κάθε μεγάλη δημόσια υπόθεση, όταν τα ερωτήματα είναι περισσότερα από τις απαντήσεις, η έρευνα δεν τελειώνει. Τότε είναι που ουσιαστικά αρχίζει.

 

Πηγή: neakriti.gr

Προσθήκη του fonimaleviziou.gr στην Google

Κρήτη - ΡΟΗ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ