Η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έδωσε το «πράσινο φως» για την άρση της ασυλίας της ευρωβουλευτού Αφροδίτης Λατινοπούλου, υιοθετώντας σχετική έκθεση έπειτα από επίσημο αίτημα των ελληνικών δικαστικών Αρχών. Η υπόθεση εκκίνησε τον Δεκέμβριο του 2025, όταν ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου διαβίβασε στη Βουλή των Ελλήνων και στο Ευρωκοινοβούλιο αίτημα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Οι ελληνικές Αρχές ζήτησαν την άρση της ασυλίας προκειμένου να διερευνήσουν ποινικά σοβαρά αδικήματα που φέρεται να τελέστηκαν από το 2023 έως τον Ιούνιο του 2024, και τα οποία σχετίζονται με την κατάρτιση και χρήση πλαστών εγγράφων καθώς και με την κατ’ εξακολούθηση απάτη εκλογέων.
Στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας βρίσκεται η νομιμότητα της ίδρυσης του πολιτικού κόμματος «Φωνή Λογικής», το οποίο αρχικά φερόταν με την ονομασία «Πατρίδα – Αφροδίτη Λατινοπούλου». Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση και τις καταγγελίες που προηγήθηκαν, το κόμμα απαιτείτο να συγκεντρώσει τουλάχιστον 200 υπογραφές πολιτών με δικαίωμα ψήφου για την ιδρυτική του διακήρυξη. Ωστόσο, ένορκες καταθέσεις πρώην συνεργατών, όπως του Ίωνα Ανδρικόπουλου, αλλά και καταγγελίες του δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Μπογδάνου, υποστήριξαν ότι σημαντικός αριθμός των υπογραφών ήταν εικονικές ή πλαστογραφημένες, καθώς το υπολειπόμενο τμήμα των απαιτούμενων υπογραφών δεν αντιστοιχούσε σε πραγματικά πρόσωπα. Η ενδεχόμενη πλαστότητα εγείρει σοβαρά ζητήματα σχετικά με το κατά πόσον επηρεάστηκαν η νομιμότητα της ίδρυσης του κόμματος, η χρηματοδότησή του από δημόσιους πόρους και η συμμετοχή του στις εθνικές εκλογές του 2023 και τις ευρωεκλογές του 2024.
Κατά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στάθμισε προσεκτικά το θεσμικό πλαίσιο, υπενθυμίζοντας ότι η βουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο, αλλά μηχανισμό διασφάλισης της ανεξαρτησίας του Σώματος. Το Ευρωκοινοβούλιο έκρινε ότι τα καταγγελλόμενα αδικήματα δεν συνδέονται με γνώμη ή ψήφο που δόθηκε κατά την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων της κ. Λατινοπούλου. Παράλληλα, εξέτασε το ενδεχόμενο ύπαρξης «fumus persecutionis», δηλαδή πολιτικής δίωξης με στόχο την παρεμπόδιση της πολιτικής της δράσης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτουν τέτοιες ενδείξεις, δεδομένου ότι οι ελληνικές Αρχές έχουν διεξαγάγει εκτενή έρευνα που στηρίζεται σε σημαντικό πλήθος μαρτυριών και αποδεικτικών στοιχείων.
Μετά την τυπική έγκριση της απόφασης από την Ολομέλεια, η Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναλαμβάνει να διαβιβάσει άμεσα την έκθεση και την απόφαση στις αρμόδιες ελληνικές Αρχές αλλά και στην ίδια την ευρωβουλευτή, ανοίγοντας τον δρόμο για την περαιτέρω ποινική πορεία της υπόθεσης στην Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για τη δικαστική διερεύνηση των καταγγελλόντων, καθώς η άρση της ασυλίας επιτρέπει πλέον στη δικαιοσύνη να προχωρήσει απρόσκοπτα στις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για να διαπιστωθεί η αλήθεια γύρω από τις σοβαρές κατηγορίες της πλαστογραφίας και της εξαπάτησης.


