Στην Κρήτη βρίσκεται εδώ και λίγη ώρα ο ΓΓ του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης Γιώργος Στρατάκος, ο οποίος προεδρεύει στην υπηρεσιακή έκτακτη σύσκεψη για τον συντονισμό των δράσεων διαχείρισης της νέας μεγάλης κρίσης που χτύπησε την πόρτα και της Κρήτης «ξυπνώντας» και για το νησί τον εφιάλτη της πανώλης.

Λίγο πριν την έναρξη της σύσκεψης ο περιφερειάρχης αποκάλυψε πως το πρωί επικοινώνησε μαζί του, ο ίδιος ο πρωθυπουργός ο οποίος, όπως είπε ο κ. Αρναουτάκης, του εξέφρασε την αγωνία του και την ελπίδα του να μην υπάρξουν προβλήματα στην κτηνοτροφία το νησί. “Πρέπει να δράσουμε άμεσα ώστε να μην έχουμε εξαπλώσει και σοβαρότερα προβλήματα”. Ο κ. Αρναουτάκης μάλιστα έκανε λόγο για επιθετική πολιτική για την διαχείριση της κατάστασης, ξεκαθαρίζοντας πως δεν θα παρεκκλίνουν από το πρωτόκολλο που προβλέπεται για την εκρίζωση της ζωονόσου. “Θέλουμε να σώσουμε την κτηνοτροφία της Κρήτης. Δεν θα επιτρέψουμε καμία οπισθοδρόμηση”, πρόσθεσε.
Από την πλευρά του ο κ. Στρατάκος κάλεσε όλου και κυρίως τους κτηνοτρόφους να συνεργαστούν και να αναφέρουν στις αρμόδιες υπηρεσίες κάθε ύποπτο σύμπτωμα. Επεσήμανε πως είναι πολύ νωρίς για να προλάβουν την επέκταση της ζωονόσου προσθέτοντας πως “θα βγούμε νικητές όπως και άλλες περιφέρειες”.
Οι κτηνοτρόφοι του νησιού δηλώνουν αντίθετοι με την προοπτική της θανάτωσης στο σύνολο των εκτροφών που παρουσιάστηκαν τα κρούσματα πανώλης .
Ο κ. Στρατάκος στην εισαγωγική του τοποθέτηση επεσήμανε πως επιβάλλεται η πιστή εφαρμογή των σκληρών , όπως παραδέχτηκε, μέτρων για την εκρίζωση της ζωονόσου απευθύνοντας παράκληση στους ανθρώπους παραγωγής να συνεργαστούν, επισημαίνοντας πως αντίθετα η διασπορά του ιού θα έχει καταστροφικές συνέπειες.
ο Γενικός Γραμματέας σημείωσε πως η ανεύρεση των κρουσμάτων ήταν αποτέλεσμα της ιχνηλασιμότητας που εφαρμόζεται, αναγνώρισε ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί είναι σκληρά και σημείωσε πως επιχειρησιακά «ακολουθούμε το μοντέλο που είχαμε και στη Θεσσαλία και θα συνδράμουμε με όλες μας τις δυνάμεις να βοηθήσουμε το έργο της περιφέρειας έτσι ώστε να εκριζώσουμε το φαινόμενο από το νησί». Παράλληλα, ξεκαθάρισε πως οι πληγέντες κτηνοτρόφοι «θα αποζημιωθούν».
Όπως υπογράμμισε ο κ. Στρατάκος «η πολιτεία θα σταθεί πλάι σε όλο τον κόσμο που περνάει πάρα πολύ δύσκολα. Είτε χρηματοδοτικά, είτε θεσμικά για να μπορέσουν να ξαναφτιάξουν τα κοπάδια, να πατήσουν στα πόδια τους και να παραμείνουν στα μαντριά τους».
Ο περιφερειάρχης δεν παρέλειψε να αποδώσει εύσημα στην Κτηνιατρική Υπηρεσία Ηρακλείου και προσωπικά στην προϊσταμένη Σοφία Λαμπρινίδη για την ταχύτητα και την σχολαστικότητα που επέδειξαν, με τους ελέγχους που έφεραν στο φως τα κρούσματα.
Η σύσκεψη πραγματοποιείται με την παρουσία του περιφερειάρχη Σταύρου Αρναουτάκη και των αντιπεριφερειαρχών Ηρακλείου Νίκου Συριγωνάκη και Ρεθύμνου Μαρίας Λιονή, του δημάρχου Αρχανών Αστερουσίων Μανόλη Κοκοσάλη, στην περιοχή του οποίου εμφανίστηκαν την Τετάρτη 31 Ιουλίου τα δύο κρούσματα προβάτων μολυσμένα με τον ιό της πανώλης των Μικρών μηρυκαστικών, καθώς και των υπηρεσιακών παραγόντων που εμπλέκονται στην υπόθεση. Επίσης μετέχει ο αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης Σταύρος Τζεδάκης.
Να σημειωθεί πως και η παρουσία της κυρίας Λιονή κρίθηκε αναγκαία καθώς ο νομός Ρεθύμνου αφ’ ενός γειτνιάζει με το νόμο Ηρακλείου και αφετέρου παρουσιάζει ιδιαίτερα αυξημένη πυκνότητα στις εκτροφές που κάνει εύκολη την μετάδοση του ιού.
Τα μέτρα και οι ζώνες αποκλεισμού
Με βάση την απόφαση για την εφαρμογή των ζωνών προστασίας στα 3 χιλιόμετρα από την κάθε μολυσμένη εκτροφή η καραντίνα αναμένεται να επεκταθεί σε όλα τα γύρω χωρία της Εθιάς και των Παρανύμφων, όπου εμφανίστηκαν τα δύο κρούσματα, ενώ στη ζώνη επιτήρησης των 10 χιλιομέτρων η ακτίνα κάλυψης δεν αφορά μόνο τα χωριά των Αστερουσίων αλλά και αρκετά χωρία του Δήμου Μινώα Πεδιάδος, από τα Καστελιανά μέχρι και το Τσούτσουρο.
Σύμφωνα με τις απαγορεύσεις που έχουν ισχύσει από την αρχή εμφάνισης της ζωονόσου στη Θεσσαλία, αναμένεται και στο νομό Ηρακλείου να ισχύσουν τα μέτρα για την απομόνωσης όλων των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων πάχυνσης αιγοπροβάτων στις ζώνες προστασίας μέχρι την ολοκλήρωση της επιδημιολογικής διερεύνησης της νόσου και τουλάχιστον για 21 ημέρες.








