Πολλές φορές θέλω να ζωντανεύω τα κείμενά μου με εικόνες, σαν να συμβαίνουν στ’ αλήθεια, μπερδεύω τη φαντασία με την πραγματικότητα, κι έτσι θα γνωρίσετε την ιστορία που έγραψαν τ’ άστρα για τη Σοφία και τον Μανόλη.
Το «κάψιμο των Μάηδων» δεν υπήρχε ως έθιμο με τη σημερινή μορφή στην αρχαιότητα, αλλά έχει ρίζες σε παλιές τελετές της άνοιξης. Αυτές συνδέονταν με την αναγέννηση της φύσης, τη γονιμότητα και την κάθαρση μέσω της φωτιάς.
Στο χωριό, η παραμονή του Αϊ-Γιαννιού 23 Ιουνίου ήταν από τις πιο αγαπημένες νύχτες του καλοκαιριού. Το κάψιμο των Μάηδων αποτελούσε το ξεκίνημα για το βασικό έθιμο του Κλήδονα (από την αρχαία ελληνική λέξη «κλήδων», που σημαίνει φωνή, μαντεία ή σημάδι).
Οι κάτοικοι κρατούσαν ζωντανά τα παλιά έθιμα, πιστεύοντας πως εκείνη τη βραδιά η φωτιά, το νερό και τ’ άστρα είχαν μια ξεχωριστή δύναμη. Τα σοκάκια γέμιζαν κόσμο και μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, άναβαν μεγάλες φωτιές σε κάθε γειτονιά. Έκαιγαν τα Μαγιάτικα στεφάνια που είχαν φέρει κι έτσι οι φλόγες υψώνονταν λαμπερές μέσα στο καλοκαιρινό βράδυ. Ένας ένας, μικροί και μεγάλοι πηδούσαν πάνω από τις φωτιές. Έλεγαν πως όποιος πηδούσε τρεις φορές θα είχε καλή υγεία όλο τον χρόνο, ενώ μαζί με τις σπίθες έφευγε κάθε κακό από το σπίτι.
Εκείνο το βράδυ κοντά στη φωτιά στεκόταν η Σοφία, ενώ λίγο πιο πέρα βρισκόταν ο Μανόλης. Όταν ήρθε η σειρά τους, πήραν φόρα και πέρασαν πάνω από τις φλόγες. Μία φορά, δύο φορές, τρεις φορές. Το φως της φωτιάς φώτισε τα πρόσωπά τους και για μια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς δεν μίλησε, όμως και οι δύο ένιωσαν πως εκείνο το πέρασμα πάνω από τη φωτιά έκρυβε κάτι περισσότερο από ένα παλιό έθιμο.
Αργότερα, οι ανύπαντρες κοπέλες έκαναν τον κλήδονα. Σύμφωνα με το έθιμο, το αμίλητο νερό έπρεπε να το φέρει η Μαρία, της οποίας ζούσαν και οι δύο γονείς. Έτσι η Μαρία, συνοδευόμενη από τις υπόλοιπες κοπέλες, πήγαινε στη βρύση και γέμιζε το πήλινο δοχείο χωρίς να πει ούτε μία λέξη. Η σιωπή τηρούνταν σε όλη τη διαδρομή της επιστροφής, γιατί πίστευαν πως μόνο έτσι το νερό κρατούσε τη μαγική του δύναμη.
Όταν επέστρεψαν, κάθε κοπέλα έριχνε μέσα το δικό της σημάδι. Η Σοφία άφησε ένα μικρό χρυσό δαχτυλίδι που φορούσε από παιδί. Έπειτα σκέπασαν το δοχείο με ένα λευκό πανί και το τοποθέτησαν κάτω από μια ανθισμένη τριανταφυλλιά, ώστε να το δουν όλη νύχτα τ’ άστρα και να το αγγίξουν με τη μαγική τους δύναμη.
Την επόμενη μέρα άνοιξαν τον κλήδονα κι έβγαλαν τα αντικείμενα ένα ένα και για το καθένα ακουγόταν ένα αυτοσχέδιο δίστιχο. Όταν ήρθε η σειρά της Σοφίας και φάνηκε το δαχτυλίδι της μέσα από το νερό, ακούστηκε ένα δίστιχο που μιλούσε για μια αγάπη που πλησιάζει αθόρυβα και θα φανερωθεί σύντομα.
Η Σοφία χαμογέλασε και, χωρίς να το θέλει, θυμήθηκε τον Μανόλη και το κοινό τους άλμα πάνω από τις φωτιές. Αργότερα, καθώς επέστρεφε στο σπίτι, η πρώτη λέξη που άκουσε στον δρόμο ήταν το όνομά του. Τότε κοκκίνισε ελαφρά και κοίταξε τον ουρανό. Ίσως τελικά οι φλόγες, το αμίλητο νερό και τ’ άστρα να είχαν κρατήσει την υπόσχεσή τους