«Εδώ, ελάτε… από ‘δω η ταινία!» – Στα χνάρια του σινεματζή Ευάγγελου Κουβίδη από την Τύλισο

Μετέφερε στα χωριά τη μαγεία της μεγάλης οθόνης στην ακμή του μετακινούμενου κινηματογράφου

Όταν έφτανε στο χωριό η καρότσα ή το βανάκι του, δεν έφερνε μόνο μια μηχανή προβολής, μπομπίνες, πανί και ηχεία. Έφερνε όνειρα! 


Της Χρυσούλας Καλλιγιαννάκη


Για λίγες ώρες οι πλατείες, τα καφενεία και τα αλώνια μεταμορφώνονταν σε κινηματογραφικές αίθουσες και ολόκληρα χωριά περίμεναν να πέσει η νύχτα ν’ ανάψουν τα φώτα στο πανί, για να αρχίσει το παραμύθι. Ήταν εκείνη η εποχή που ο κινηματογράφος ερχόταν στην πόρτα του χωριού μαζί με τον παραμυθά!

Έφτανε από τον δύσβατο δρόμο με το φορτίο του δεμένο πάνω στην καρότσα. Μηχανές προβολής, μπομπίνες, πανιά, ηχεία, καλώδια, γεννήτριες -μιας και δεν υπήρχε ρεύμα- όλα όσα χρειάζονταν για να μεταμορφωθεί ένα καφενείο, μια πλατεία ή ένα αλώνι σε μια μικρή αίθουσα κινηματογράφου.

Ήταν ο σινεματζής!

Ο άνθρωπος που κουβαλούσε μαζί του όχι μόνο τον εξοπλισμό, αλλά και την προσμονή ενός ολόκληρου χωριού. Ανάμεσα στους ανθρώπους που άφησαν το αποτύπωμά τους σε αυτή την ξεχωριστή ιστορία της κρητικής υπαίθρου ήταν ο Ευάγγελος Κουβίδης. Ο αγαπητός σινεματζής από την Τύλισο. Ένας πλανόδιος κινηματογραφιστής που για δεκαετίες όργωσε τους δρόμους της Κρήτης, μεταφέροντας από τόπο σε τόπο τη μαγεία της μεγάλης οθόνης.

Γεννημένος το 1932, πέτυχε να ταξιδέψει τη δική του ιστορία μεταφέροντας την μαγεία του σινεμά! Σήμερα εξακολουθεί να ταξιδεύει μέσα από τις αναμνήσεις του γιου του, Βασίλη, και όσων έζησαν εκείνες τις νύχτες μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ‘80.

Έφυγε από τη ζωή πριν από 10 χρόνια περίπου σε ηλικία 84 ετών αφήνοντας πίσω του μια παρακαταθήκη γεμάτη «μαγεία» από μια άλλη εποχή!

Το «μικρόβιο» από το στρατό ταξίδεψε στα χωριά της Κρήτης

Ο Ευάγγελος Κουβίδης «κόλλησε» το μικρόβιο από το στρατό όταν στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 υπηρέτησε στα Γιάννενα την στρατιωτική του θητεία. Η αρρώστια ενός φαντάρου κινηματογραφιστή ήταν το «εισιτήριο» που στη συνέχεια τον μύησε. Ο γιος του Βασίλης μας λέει, πως πούλησε όλη την περιουσία του σε γη για να αγοράσει την μηχανή του κινηματογράφου. Ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα μεταφέροντας τον εξοπλισμό στην καρότσα του αγροτικού του. Δημιούργησε κατασκευές με δικές του πατέντες για να επιτύχει το στόχο του.

Κάθε αλλαγή μέσου δεν ήταν απλώς μια διευκόλυνση. Ήταν ένας μικρός σταθμός στην εξέλιξη ενός επαγγέλματος που απαιτούσε δύναμη, υπομονή και ατέλειωτες ώρες στους δρόμους.

Σήμερα μοιάζει σχεδόν απίστευτο. Για να φτάσει όμως μια ταινία σε ένα απομακρυσμένο χωριό, έπρεπε πρώτα να ταξιδέψει ολόκληρος ο κινηματογράφος. Στους ορεινούς δρόμους της Κρήτης οι βλάβες ήταν συχνές και οι διαδρομές δύσκολες. Όμως ο σινεματζής έπρεπε να φτάσει. Γιατί κάπου, σε μια πλατεία ή σε ένα καφενείο, άνθρωποι τον περίμεναν.


Δυσκολίες πίσω από τη «μαγεία»


Πίσω από κάθε τέτοια βραδιά υπήρχε πολύς κόπος. Ο καιρός δεν ήταν πάντα σύμμαχος και το αυτοκίνητο μπορούσε να σταματήσει σε έναν ορεινό δρόμο την ώρα που η προβολή περίμενε. Ο σινεματζής όμως συνέχιζε. Ένα μικρό τεχνικό πρόβλημα μπορούσε να σταματήσει ολόκληρη την προβολή. Μια φθαρμένη ταινία μπορούσε να σκιστεί. Μια μηχανή μπορούσε να παρουσιάσει βλάβη. Ο αέρας μπορούσε να δυσκολέψει την προβολή. Όμως όπως συμβαίνει με όλα όσα γίνονται με μεράκι, οι δυσκολίες γίνονταν μέρος της περιπέτειας.

Ο γιος του περιγράφοντας τις δυσκολίες θυμάται πως σε μία από εκείνες τις κινηματογραφικές εξορμήσεις χρειάστηκε να επιστρέψει από το Μάραθο στην Τύλισο με την όπισθεν καθώς ήταν η μόνη ταχύτητα που λειτουργούσε, εκείνη στιγμή, στο αυτοκίνητο.

Η άφιξη ήταν μόνο η αρχή. Ακολουθούσε ολόκληρη τελετουργία. Ο εξοπλισμός κατέβαινε από το όχημα. Η μηχανή έπρεπε να στηθεί.

Το πανί να τεντωθεί. Τα ηχεία να τοποθετηθούν. Η μπομπίνα να πάρει τη θέση της. Η ταινία περνούσε προσεκτικά μέσα από τον μηχανισμό προβολής.

Καρέκλες που έπρεπε να μπουν στη σειρά. Κόσμος που ήδη συγκεντρωνόταν. Πολλοί, θυμάται ο Βασίλης Κουβίδης μετέφεραν από το σπίτι τους την καρέκλα τους! Διαπληκτίζονταν για μια καλή θέση. Τα παιδιά τριγύριζαν γεμάτα περιέργεια και ο σινεματζής να ελέγχει για τελευταία φορά τα πάντα. Στα διαλλείματα έπαιρνε το μικρόφωνο προκειμένου να ενημερώσει για τις ταινίες προσεχώς, αλλά και για άλλες ανακοινώσεις του χωριού!


Τα παιδιά που μεγάλωσαν με τις μπομπίνες


Πριν απ’ όλα προηγούνταν διαφήμιση. Σήμερα χρειάζονται αφίσες, διαδίκτυο, κοινωνικά δίκτυα, διαφημιστικές καμπάνιες. Τότε υπήρχε η ντουντούκα. Ο σινεματζής είχε όμως τους βοηθούς του. Τα μικρά παιδιά που γύριζαν με χαρά στους δρόμους του χωριού και ανακοίνωναν τη μεγάλη είδηση με μια χαρακτηριστική φωνή που αντηχούσε στα σοκάκια και η είδηση ταξίδευε από σπίτι σε σπίτι.

Επιπλέων μάζευαν την παρέα, ακολουθούσαν τον σινεματζή, παρατηρούσαν το στήσιμο της μηχανής και προσπαθούσαν να βοηθήσουν. Κουβαλούσαν πράγματα. Το ταμπλό με τις φωτογραφίες των σταρ, ηθοποιών της εποχής! Έτρεχαν για τις μικροδουλειές αλλά κυρίως για τη «διαφήμιση».

Η ανταμοιβή τους φυσικά ήταν το πολυτιμότερο δώρο της βραδιάς, μια δωρεάν θέση για την ταινία. Ο Βασίλης θυμάται πως ο πατέρας του είχε σαν αρχή να μην κόβει εισιτήριο σε παιδιά και γυναίκες. Εκείνο το «μαγικό» χαρτάκι των 5 δραχμών!

Πρόβαλε πολιτισμό ως κορυφαίο κοινωνικό γεγονός

Για μικρούς και μεγάλους τα παιδιά εκείνης της εποχής ο κινηματογράφος ήταν ένα θαύμα που μπορούσαν να αγγίξουν. Δεν έβλεπαν απλώς την εικόνα στην οθόνη. Εκτός από τα παιδιά που περίμεναν με ανυπομονησία, οι νέοι και οι νέες είχαν, ίσως, έναν ακόμη λόγο να χαμογελούν. Γιατί εκείνα τα κινηματογραφικά βράδια ήταν και βραδιές γνωριμιών. Μέσα στη μισοσκότεινη ατμόσφαιρα της προβολής, ανάμεσα στις παρέες και κάτω από τον κρητικό ουρανό, μπορούσε να αρχίσει μια γνωριμία. Μια ματιά.

Ένα χαμόγελο. Μια κουβέντα μετά το τέλος της ταινίας.
Ο γιος του Ευάγγελου Κουβίδη θυμάται πως πολλές γνωριμίες και γάμοι συνδέθηκαν με αυτά τα βράδια του κινηματογράφου. «Πόσες παντρειές δεν έγιναν», λέει.

Η έλευση του κινηματογράφου αποτελούσε κορυφαίο κοινωνικό γεγονός. Τα καφενεία και οι πλατείες μεταμορφώνονταν σε υπαίθριες αίθουσες κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Στα ζεστά βράδια του Αυγούστου στα αμπελοχώρια του Μαλεβιζίου ντόπιοι και δεκάδες εργάτες ξεκουράζονταν με την θέαση μιας ταινίας μετά από τον δύσκολο τρύγο. Η επιτυχία της κάθε βραδιάς φαινόταν από κάτι πολύ απλό. Πόσος κόσμος θα ερχόταν. Πολλές φορές η ανάγκη έφερνε και δεύτερη προβολή. Το πανί σηκωνόταν και ξαφνικά ένας συνηθισμένος τόπος μεταμορφωνόταν. Η καθημερινότητα υποχωρούσε.

Το πλούσιο ρεπερτόριο -από ελληνικές κωμωδίες και μελοδράματα μέχρι ξένες παραγωγές- ένωνε ολόκληρα χωριά σε μια κοινή εμπειρία γέλιου, συγκίνησης και ονείρου.

 

Η μπομπίνα τελείωσε, η μνήμη όχι

Η εποχή του πλανόδιου κινηματογράφου στην κρητική ύπαιθρο υπήρξε μια ανεπανάληπτη μαγική γιορτή. Στο επίκεντρο αυτής της μαγείας βρισκόταν ο Ευάγγελος Κουβίδης, ένας από τους εμβληματικότερους σινεματζήδες του νησιού, μεταφέροντας, όχι απλώς ταινίες, αλλά πολιτισμό και συλλογικές αναμνήσεις.

Σήμερα, η εικόνα αυτή μοιάζει μυθική. Στην εποχή της εύκολης πρόσβασης στις οθόνες, η προσμονή και η συλλογική αγωνία πριν σβήσουν τα φώτα έχουν χαθεί. Ωστόσο, η παρακαταθήκη του Ευάγγελου Κουβίδη παραμένει ζωντανή στις αφηγήσεις όσων έζησαν εκείνα τα βράδια. Κάθε φορά που κάποιος θυμάται το λευκό πανί και το χαρακτηριστικό κάλεσμα «Εδώ, ελάτε, από δώ η ταινία!», ο παλιός σινεματζής επιστρέφει, ζωντανεύοντας εποχή που με μια μηχανή προβολής μπορούσε, για λίγες ώρες, να κάνει ένα ολόκληρο χωριό να ονειρευτεί!


Το σινεμά, τα παιδιά και η «ωραία Ελένη του»


Τα τέσσερα παιδιά του Ευάγγελου Κουβίδη μεγάλωσαν μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Οι πλατείες, τα καφενεία, τα χωράφια και οι δρόμοι των χωριών έγιναν μέρος της παιδικής τους ηλικίας. Το σινεμά δεν ήταν για εκείνους μια έξοδος. Ήταν η καθημερινότητα της οικογένειας.

Αργότερα ο Τυλισανός σινεματζής δημιούργησε και το «ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ» στο χωριό του! Μια επιχείρηση που φιλοξενούσε και ζαχαροπλαστείο στην αρχή της Τυλίσου, ενώ ως πρωτοπόρος πάντα, από το ’68 παράλληλα με τα αγροτικά ασχολήθηκε ερασιτεχνικά και με το παγωτό, με διάδοχό σήμερα το γιο του Βασίλη. «Μια εποχή είχε τρεις μηχανές. Πήγαινε μέχρι και το Γαράζο και σε όλο το Μαλεβίζι. Έπαιζε στα χωριά και στην Τύλισο έφτιαξε το δικό του κινηματογράφο, μια μεγάλη αίθουσα με 200 καθίσματα», λέει ο γιος του με υπερηφάνεια, που επίσης ακολούθησε για λίγο στα νεανικά του χρόνια τα βήματα του πατέρα του.

«Βράχος» σε όλα η δική του «ωραία Ελένη» που παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία και για χατίρι της έκανε συντεκνιές δίνοντας τις φιλιότσες του πάντα το όνομα Ελένη! Είχε δε, και το προσωνύμιο «Η συνεματζού». Όπως λέει ο γιος του «18 συντεκνιές και 17 κουμπαριές είχε, τις περισσότερες μέσα από τις γνωριμίες του λόγω του σινεμά».

Στενός φίλος και συνεργάτης του υπήρξε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γιου του, και ο Κρουσανιώτης Δημήτρης Δρακουλάκης, με τον οποίο μοιράστηκαν πολλές από αυτές τις διαδρομές και τις νύχτες της υπαίθρου. Συνδέθηκε και με συντεκνιά με τον Χαράλαμπο Δρακουλάκη, τον τελευταίο εν ζωή σινεματζή από τα πέντε αδέρφια του Κρουσώνα που δημιούργησαν τον Κινηματογράφο ΡΕΞ.

Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΖΙΟΥ

Προσθήκη του fonimaleviziou.gr στην Google

Μαλεβίζι - ΡΟΗ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ