Ταξίδι στα βάθη της μνήμης του κινηματογράφου «ΡΕΞ»

Το φως της μηχανής «άναβε» τα όνειρα του Κρουσώνα

Β’ ΜΕΡΟΣ

 

Επιχειρήσαμε να ταξιδέψουμε στα βάθη της μνήμης των ανθρώπων που έζησαν από μέσα τη μαγεία του κινηματογράφου «ΡΕΞ», όταν ο Κρουσώνας άναβε τα φώτα του ονείρου.


Της Χρυσούλας Καλλιγιαννάκη


Μέσα στις κιτρινισμένες σελίδες ενός τετραδίου ζωής και στις σπάνιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ζωντανεύει η ιστορία ενός τόπου που αγάπησε όσο τίποτα τη μεγάλη οθόνη.

 

Όταν το όνειρο κόστιζε τέσσερις δραχμές – Η «χρυσή» εποχή του κινηματογράφου «ΡΕΞ» στον Κρουσώνα

 

Σκαλίζοντας τις μνήμες όσων έζησαν εκείνη την εποχή, ξεδιπλώθηκαν ιστορίες γεμάτες αθωότητα, νοσταλγία και πολύ χιούμορ. Ιστορίες που μας αφηγούνται με ξεχωριστό, ρομαντικό τρόπο πρόσωπα του Κρουσώνα, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές του «ΡΕΞ».

Το αγωνιώδες «σασπένς» της προβολής καταγράφεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο από τον ίδιο τον Χαράλαμπο Δρακουλάκη, που είχε τον τίτλο του σινεματζή. Οι αναμνήσεις του περιγράφουν πως ο κινηματογράφος δεν ήταν μόνο τέχνη, αλλά ένας καθημερινός αγώνας δρόμου γεμάτος αγωνία και μεράκι.

Θυμάται χαρακτηριστικά όταν αποφάσισαν να αγοράσουν μαζί με τον Ευάγγελο Κουβίδη από την Τύλισο τα δικαιώματα προβολής μιας ταινίας, ώστε να προβάλλεται ταυτόχρονα στο «ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ» της Τυλίσου και στο «ΡΕΞ» του Κρουσώνα. Οι ταινίες ήταν πολύ ακριβές και έτσι μοιράστηκαν το κόστος.

Ο κυρ Χαράλαμπος μας λέει πως η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, η πρώτη μπομπίνα -το πρώτο μέρος της ταινίας- είχε ολοκληρωθεί και όλοι περίμεναν με κομμένη την ανάσα το δεύτερο μέρος, το οποίο παιζόταν εκείνη την ώρα στην Τύλισο. «Τι να κάνω… Πήρα το μικρόφωνο και προσπαθούσα να καλύψω το κενό με διάφορους τρόπους. Τους ενημέρωνα για τις επόμενες ταινίες, για ανακοινώσεις του χωριού, μέχρι ο αδερφός μου ο Φίλιππος να φανεί… Κοιτάζαμε από το μπαλκόνι προς την “Αμμουδάρα” (την είσοδο του χωριού) για να τον δούμε να τρέχει ολοταχώς από την Τύλισο με τη δεύτερη μπομπίνα!», λέει φανερά συγκινημένος ο μοναδικός επιζών σινεματζής, που μαζί με τα άλλα τέσσερα αδέρφια του προσέφεραν την ψυχαγωγία που τόσο είχε ανάγκη εκείνη την εποχή το χωριό.

«Όαση ονείρου μέσα στη φτώχεια»

 

«Ο κινηματογράφος τότε δεν ήταν απλώς μια έξοδος. Ήταν η ίδια η ζωή του χωριού, μια όαση ονείρου μέσα στη φτώχεια και τον καθημερινό μόχθο», εξομολογείται ο Κρουσανιώτης επιχειρηματίας Περικλής Μερονιανάκης.

Η δική του διαδρομή ξεκίνησε σαν παραμύθι. Μικρό παιδί, γυρνούσε ανάμεσα στα καθίσματα πουλώντας σποράκια, στραγάλια και παστατέμπο, μετρώντας τις δόσεις με το ποτηράκι του κρασιού. Υπό την καθοδήγηση του Χαράλαμπου Δρακουλάκη, ο Περικλής μαγεύτηκε από τη μηχανή προβολής, έμαθε τα μυστικά της και τελικά κάθισε και ο ίδιος στο τιμόνι της, δίνοντας ζωή στις κινούμενες εικόνες.


Οι αναμνήσεις του είναι αμέτρητες, όπως «η νύχτα με το φιλμ», όταν στραβοτυλίχτηκε η μπομπίνα και χιλιόμετρα φιλμ πλημμύρισαν το δωμάτιο. «Ξημερωθήκαμε μαζεύοντας και τυλίγοντας την ταινία πόντο-πόντο με το χέρι, ώστε να είναι έτοιμη για την επόμενη προβολή». Θυμάται ακόμη την προσπάθεια να διορθώσουν κάποιο τεχνικό πρόβλημα ενώ η προβολή ήταν σε εξέλιξη, με αποτέλεσμα η ταινία να «πηδάει», να δείχνει μισή οθόνη ή να «κόβει» τα κεφάλια των ηθοποιών! Οι Κρουσανιώτες, αφοσιωμένοι στο έργο, νόμιζαν πως αυτά τα τεχνικά προβλήματα ήταν μέρος της σκηνοθεσίας!

Ευτράπελα και χιουμοριστικές ιστορίες

Απολαυστικές είναι και οι αναφορές στα ευτράπελα που συνόδευαν τη διαφήμιση των ταινιών από το μεγάφωνο που ακουγόταν σε όλο το χωριό. Οι παραφράσεις των τίτλων και των ονομάτων προκαλούσαν γέλιο, όπως ο γόης του γαλλικού σινεμά Αλέν Ντελόν που ανακοινώθηκε ως «Άλαν Ντάλλον», ή «Ο μανιακός δολοφόνος» που ακούστηκε ως ο «Μανιάκος δολοφόνος» – με το «Μανιάκος» να αποτελεί παρατσούκλι συγχωριανού τους, ο οποίος αντιμετώπισε το περιστατικό με πολύ χιούμορ!

Όταν ο κινηματογράφος έβγαινε έξω από τη σταθερή του αίθουσα, η προβολή γινόταν μια ολόκληρη περιπέτεια, αποκαλύπτει ο κ. Μερονιανάκης. Οι γεννήτριες στις υπαίθριες προβολές δεν είχαν σταθερή τάση, προκαλώντας συνεχή προβλήματα. Όμως τα ανήσυχα αδέρφια Δρακουλάκη μετέφεραν με χίλιους δυο τρόπους τις μηχανές και τις μπομπίνες σε πολλά χωριά του νομού Ηρακλείου, προσφέροντας διέξοδο πολιτισμού σε ανθρώπους που δεν είχαν άλλη ψυχαγωγία.

«Ο Χουμεριανός»

Ο γιος του Μιχάλη Δρακουλάκη, «ο Νικολής του σινεμά», θυμάται άλλη μια γλαφυρή στιγμή. «Η χαρακτηριστική φυσιογνωμία του ΡΕΞ, ο Νίκος Ξυλούρης ή “Χουμεριανός”, συχνά αποκοιμόταν στη διάρκεια της προβολής και ξεχνούσε να αλλάξει τη μπομπίνα. Τότε όλοι οι θεατές φώναζαν με μια φωνή: “Κοιμήθηκε πάλι ο Χουμεριανός!”».

«Ο σινεμάς», όπως τον έλεγαν στον Κρουσώνα, είχε τους δικούς του φανατικούς θαμώνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Γιώργης ο Κουτσογιαννάκης, ο «Σωμαράκης», ο οποίος έβλεπε την ίδια ταινία 3 και 4 φορές συνεχόμενα για να μη χάσει ούτε λεπτό.

 

«Η εποχή εκείνη μπορεί να είχε φτώχεια και τεχνικές δυσκολίες», καταλήγει ο κ. Μερονιανάκης, «αλλά ο κινηματογράφος κατάφερνε να ενώνει τους ανθρώπους, να τους χαρίζει γέλιο, δάκρυα και, πάνω απ’ όλα, όνειρα».

 

Σεισμός συναισθημάτων

 

Ταινίες με τον Ξανθόπουλο, τον Κούρκουλο και τον Μπάρκουλη, αλλά και τα ινδικά δράματα , προκαλούσαν σεισμό συναισθημάτων. Οι γυναίκες έβγαιναν από την αίθουσα με πρησμένα μάτια από το κλάμα, ζώντας τον πόνο των πρωταγωνιστών σαν δικό τους.
Ιδιαίτερη αδυναμία έτρεφαν οι Κρουσανιώτισσες στις ινδικές ταινίες.

Η εικόνα της Ινδής ηθοποιού Νάργκις στο «Πέτρινο Λουλούδι» χάραξε ανεξίτηλες μνήμες. «Τα έργα αυτά έκαναν πάταγο», αναπολεί με νοσταλγία η κ. Άννα Κοζορώνη – Κόκκινου, η οποία εργάστηκε στο ταμείο του «ΡΕΞ» μέχρι που παντρεύτηκε και έφυγε για τη Γερμανία. Θυμάται μάλιστα πως κάθε βράδυ έπαιρνε 10 δραχμές για τις υπηρεσίες της.

Η κ. Άννα Κοζορώνη – Κόκκινου σε νεαρή ηλικία έξω από το “ΡΕΞ”

 

Η κ. Άννα Κοζορώνη – Κόκκινου σήμερα δείχνει στη ΦΜ παλαιές φωτογραφίες

 

Η ίδια μοιράζεται μαζί μας μια όμορφη ιστορία που αποκαλύπτει πως ο «ΡΕΞ» αποτελούσε και κέντρο διαφημιστικής προβολής της εποχής. Η πρώτη ηλεκτρική κουζίνα που έφερε στον Κρουσώνα ο επίσης πρωτοπόρος Γιώργος Τζωράκης διαφημίστηκε σε μια μεγάλη εκδήλωση στο σινεμά, μόλις είχε φτάσει το ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό (μέχρι τότε υπήρχε μόνο το «πετροκάζ»).

Το φωτογραφικό ντοκουμέντο ανήκει στη συλλογή της κ. Άννας, η οποία μεταφέρει τον ενθουσιασμό της βραδιάς. «Οι γυναίκες μαγείρεψαν κοκκινιστό με μακαρόνια και έφαγε όλος ο κόσμος!».

«Η τρύπα της Χρυσούλας»

 

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες μεταφέρει ο Νίκος Δρακουλάκης. «Είχαν ανοίξει μια τρύπα στο σπίτι μας δίπλα στο σινεμά, ίσα-ίσα για να περνάει ένας άνθρωπος. Από αυτή την περίφημη “τρύπα της Χρυσούλας” από το όνομα της μητέρας μου- συγγενείς, φίλοι αλλά και όσοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα έμπαιναν αθόρυβα και τρύπωναν κατευθείαν στο θεωρείο, ακριβώς δίπλα στη μηχανή προβολής».

Όταν στην οθόνη προβάλλονταν δραματικές ταινίες ή περιπέτειες, η αγωνία στο σκοτεινό «ΡΕΞ» χτυπούσε κόκκινο. Ο Νίκος θυμάται χαρακτηριστικά μια νεαρή Κρουσανιωτοπούλα που έφυγε από το σινεμά τρέχοντας, φοβούμενη μην πέσει θύμα του… μανιακού δολοφόνου της ταινίας!

Θυμάται επίσης την αναμμένη ξυλόσομπα στο κέντρο της αίθουσας που ζέσταινε τους θεατές, όπου συχνά κάποιος ανυποψίαστος ξεχνιόταν μέσα στο σκοτάδι και καιγόταν ακουμπώντας πάνω της.

Στο ταμείο, μετά την κ. Άννα, βρέθηκαν η μητέρα του Νίκου, Χρυσούλα, μαζί με τη συννυφάδα της Ριρίκα, ενώ τελευταία ταμίας πριν σβήσουν οριστικά τα φώτα του «ΡΕΞ» υπήρξε η αδερφή του, Αντιγόνη Δρακουλάκη, που έφυγε νωρίς από τη ζωή.

Η πρώτη μηχανή παγωτού

Τα αδέλφια Δρακουλάκη δεν έφεραν στον Κρουσώνα μόνο την 7η τέχνη, αλλά και τον αέρα της προόδου. Ήταν οι πρώτοι που έφεραν στο χωριό μηχανή για παγωτό χωνάκι, το οποίο σέρβιραν έξω από το καφενείο πάνω από τον κινηματογράφο. Οι συγχωριανοί θυμούνται ακόμα τα παιδιά να πηγαίνουν γάλα στο καφενείο και να παίρνουν ως αντάλλαγμα ένα μπολ γεμάτο λαχταριστό παγωτό.
Παράλληλα, πριν ακόμα υπάρξει ηλεκτροκόλληση στην περιοχή, προμηθεύτηκαν μηχανή οξυγόνου για τη συγκόλληση μετάλλων, αποδεικνύοντας έμπρακτα την αγάπη τους για την τεχνολογία και την εξέλιξη του τόπου τους.

Παλαιά φωτογραφία της οικογένειας Δρακουλάκης. τα πέντε αδέρφια με τους γονείς τους Νικόλαο και Αντιγόνη Δρακουλάκη

Μια κληρονομιά που δεν σβήνει

Ο Κινηματογράφος «ΡΕΞ» στον Κρουσώνα λειτούργησε με μεράκι και αγάπη. Μπορεί να έκλεισε οριστικά τα φώτα του, όμως η κληρονομιά του παραμένει ολοζώντανη. Τα αδέλφια Δρακουλάκη και όλοι οι άνθρωποι που το υπηρέτησαν δεν προσέφεραν απλώς ψυχαγωγία, αλλά δίδαξαν πολιτισμό, ένωσαν την κοινότητα και σφράγισαν ανεξίτηλα μια «χρυσή» εποχή του χωριού.

Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΖΙΟΥ

 

Προσθήκη του fonimaleviziou.gr στην Google

Μαλεβίζι - ΡΟΗ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ UNESCO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ