
Στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου συνεχίζεται η δίκη για τον θάνατο του 3χρονου Άγγελου, υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και με εξέταση μαρτύρων – Στο βήμα ανέβηκε η μητέρα της 27χρονης κατηγορούμενης, η οποία υποστήριξε ότι η κόρη της είχε ανωριμότητα και δεν αντιλαμβανόταν πάντα τον κίνδυνο.
Στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, συνεχίζεται σήμερα, Τρίτη 12 Μαΐου, η δίκη για τον θάνατο του 3χρονου Άγγελου, υπόθεση που έχει προκαλέσει πανελλήνια συγκίνηση λόγω των καταγγελιών για ακραία κακοποίηση σε βάρος του παιδιού.
Η ακροαματική διαδικασία επανεκκίνησε μετά τη διακοπή που είχε αποφασιστεί στις 17 Μαρτίου, ύστερα από πολύωρη συνεδρίαση του δικαστηρίου. Η σημερινή ημέρα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς συνεχίζεται η εξέταση μαρτύρων, με στόχο να αποσαφηνιστούν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης.
Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε η μητέρα της 27χρονης κατηγορούμενης, η οποία αναφέρθηκε στην προσωπικότητα και στη νοητική κατάσταση της κόρης της. Όπως υποστήριξε, η κόρη της αντιμετώπιζε ζητήματα ανωριμότητας και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο σε ορισμένες καταστάσεις.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι η 27χρονη «έμπλεκε με επικίνδυνα άτομα και δεν το καταλάβαινε», ενώ, σύμφωνα με την ίδια, όταν η κόρη της βρισκόταν στην Κρήτη της έλεγε ότι περνούσε καλά και ότι ο σύντροφός της φρόντιζε το παιδί. Όπως κατέθεσε, στις 26 Δεκεμβρίου ο σύντροφός της φέρεται να της είχε κάνει πρόταση γάμου, όμως μετά από εκείνο το διάστημα η επικοινωνία τους χάθηκε.
Αναφερόμενη στην ημέρα που ο Άγγελος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, η μητέρα της κατηγορούμενης είπε ότι η κόρη της την ενημέρωσε πως το παιδί είχε λιποθυμήσει και ότι το πήγαιναν για ιατρική βοήθεια. Στη συνέχεια, όπως κατέθεσε, όταν τη συνάντησε στο κρατητήριο, η 27χρονη της είπε ότι «το παιδί το χτύπησε αυτός».
Η μάρτυρας υποστήριξε ακόμη ότι η κόρη της δεν μπορούσε να αντισταθεί στις φωνές και απέρριψε το ενδεχόμενο να χτυπούσε η ίδια τον Άγγελο. «Δεν χτυπούσε τον Άγγελο η κόρη μου», ανέφερε χαρακτηριστικά ενώπιον του δικαστηρίου.
Η 27χρονη «νοιαζόταν για το παιδί» και, πριν έρθει στην Κρήτη, έδειχνε άμεσο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη και τη φροντίδα του, είπε η μητέρα της 27χρονης στην κατάθεση της. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η κόρη της είχε αναλάβει τη φροντίδα του Άγγελου και έδειχνε ενδιαφέρον για την καθημερινότητά του.
Η μητέρα της κατηγορούμενης στάθηκε επίσης στον τρόπο με τον οποίο, όπως υποστήριξε, αντιδρούσε η κόρη της απέναντι σε βίαιες συμπεριφορές ή έντονες καταστάσεις. Ανέφερε ότι «πάγωνε σε καταστάσεις βίας» και πως, αν βρισκόταν μπροστά σε ένα τέτοιο περιστατικό, δεν θα μπορούσε να το διαχειριστεί ή να αντιδράσει αποτελεσματικά.
Στο εδώλιο κάθονται η 27χρονη μητέρα, ο 45χρονος τότε σύντροφός της, καθώς και ο βιολογικός πατέρας του παιδιού. Και οι τρεις αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.
Η μητέρα και ο σύντροφός της κατηγορούνται για ανθρωποκτονία με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, καθώς και για βαριά σωματική βλάβη σε ανήλικο. Ο βιολογικός πατέρας διώκεται για προγενέστερη κακοποίηση του παιδιού, ενώ και οι τρεις αντιμετωπίζουν κατηγορίες που σχετίζονται με την έκθεση του ανηλίκου σε κίνδυνο και τη συστηματική πρόκληση σωματικών βλαβών.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, από τον Νοέμβριο του 2024 έως και τον Ιανουάριο του 2025, ο μικρός Άγγελος φέρεται να κακοποιούνταν καθημερινά μέσα στο σπίτι όπου διέμενε με τη μητέρα του και τον σύντροφό της. Οι Αρχές υποστηρίζουν ότι το παιδί δεχόταν συστηματικά χτυπήματα, τα οποία του προκάλεσαν σοβαρές κακώσεις, έντονο σωματικό πόνο και ψυχικό τραύμα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά του κατηγορητηρίου ότι στο παιδί φέρονται να χορηγούνταν ηρεμιστικά και φαρμακευτικά σκευάσματα, ώστε να μην αντιδρά και να μην ακούγονται τα κλάματά του από τους γείτονες. Παράλληλα, ο 45χρονος κατηγορείται ότι βιντεοσκοπούσε και φωτογράφιζε τον 3χρονο, στο πλαίσιο εξευτελιστικής μεταχείρισης και πλήρους απαξίωσης της προσωπικότητάς του, όπως περιγράφεται στη δικογραφία.
Το χρονικό
Ο 3χρονος είχε μεταφερθεί στο ΠΑΓΝΗ στις 26 Ιανουαρίου 2025 σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, με βαριά εγκεφαλική βλάβη, χαμηλό επίπεδο συνείδησης και εκτεταμένα τραύματα στο σώμα του. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, το παιδί κατέληξε λίγες ημέρες αργότερα. Μετά τον θάνατό του, ωστόσο, χάρισε ζωή σε άλλους ανθρώπους μέσω δωρεάς οργάνων, καθώς η καρδιά του μεταμοσχεύθηκε σε τρίχρονο παιδί στο Βερολίνο και ένας νεφρός του σε 37χρονο ασθενή.
Κατά την πρώτη ημέρα της δίκης, στις 17 Μαρτίου, οι συνήγοροι υπεράσπισης παρουσίασαν τους βασικούς άξονες της υπερασπιστικής γραμμής τους.
Η πλευρά της 27χρονης μητέρας υποστήριξε ότι η κατηγορούμενη έχει δείκτη νοημοσύνης κάτω από 63, κάνοντας λόγο για μειωμένο καταλογισμό.
Από την άλλη, ο συνήγορος του 45χρονου αμφισβήτησε ευθέως τα ιατροδικαστικά ευρήματα, ζητώντας να καταθέσουν στο δικαστήριο τόσο η ιατροδικαστής όσο και η ακτινολόγος που χειρίστηκαν την υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν πως ο πελάτης του προκάλεσε τα τραύματα με αντικείμενο ή άσκησε βία στο παιδί.
Αντίστοιχα, η υπεράσπιση του βιολογικού πατέρα ισχυρίστηκε ότι ο εντολέας της αδίκως εμπλέκεται στην υπόθεση, τονίζοντας ότι δεν είχε επαφή με το παιδί για μεγάλο χρονικό διάστημα και πως δεν θα μπορούσε να έχει συμμετοχή στα περιστατικά κακοποίησης που περιγράφονται.
Καθοριστική θεωρείται η κατάθεση αστυνομικού που είχε μεταβεί στο νοσοκομείο όταν ο μικρός Άγγελος διακομίστηκε σε κρίσιμη κατάσταση.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι γιατροί είχαν εξαρχής έντονες υποψίες κακοποίησης, καθώς το παιδί έφερε χτυπήματα στο κεφάλι, την κοιλιά και σε όλο του το σώμα. Όπως ανέφερε, η μητέρα αρχικά ισχυρίστηκε ότι είχε φύγει από το σπίτι για να πάρει καφέ και όταν επέστρεψε βρήκε το παιδί αναίσθητο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον αστυνομικό, κατά τη μεταφορά της στο Αστυνομικό Μέγαρο η 27χρονη φέρεται να άλλαξε εκδοχή και να υποστήριξε ότι ο σύντροφός της ήταν εκείνος που χτυπούσε το παιδί.
Ο ίδιος περιέγραψε τη στάση της μητέρας ως «ψύχραιμη» και «χωρίς ταραχή», σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως οι απαντήσεις της ήταν «ξερές», παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως το παιδί της βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση.
Στο πλαίσιο της έρευνας στο σπίτι, οι αστυνομικοί εντόπισαν ένα γκλομπ κρυμμένο μέσα σε καναπέ, αλλά και δύο ξύλινα κομμάτια από βρεφική κούνια, τα οποία – σύμφωνα με όσα φέρεται να είπε η μητέρα – χρησιμοποιούνταν για να χτυπούν το παιδί.
Αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά του αστυνομικού πως η 27χρονη, όπως κατέθεσε, δεν τον ρώτησε για την κατάσταση της υγείας του παιδιού της, αλλά για το αν είχαν φάει τα σκυλιά που υπήρχαν στο σπίτι.
Σημαντική ήταν και η κατάθεση της πρώην συζύγου του 45χρονου, η οποία ανέφερε ότι όσο ήταν μαζί του δεν είχε δει βίαιη συμπεριφορά απέναντι σε παιδιά ή στην ίδια.
Όπως είπε, ο 45χρονος ήθελε να αναγνωρίσει το παιδί ως δικό του, ενώ ισχυρίστηκε ότι εκείνος είχε προσπαθήσει να εντοπίσει τον βιολογικό πατέρα μέσω διαδικτύου ώστε να αποκτήσει επαφή με το παιδί.
Η μάρτυρας κατέθεσε ακόμη ότι η μητέρα του Άγγελου τής είχε εκμυστηρευτεί πως είχε κουραστεί και σκεφτόταν να δώσει το παιδί στον βιολογικό του πατέρα.
Έξω από τα δικαστήρια είχαν συγκεντρωθεί μέλη του Σωματείου «Άγγελος Προστάτης», κρατώντας πανό και ζητώντας δικαιοσύνη για τον θάνατο του 3χρονου παιδιού, ενώ τα μέτρα ασφαλείας ήταν δρακόντεια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Η σημερινή συνέχεια της δίκης αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το δικαστήριο εισέρχεται πλέον στην ουσία της υπόθεσης, με τις καταθέσεις μαρτύρων, ειδικών και επιστημόνων να θεωρούνται κομβικές για την εξέλιξη της διαδικασίας και τη διαλεύκανση μιας υπόθεσης που έχει προκαλέσει αποτροπιασμό στην ελληνική κοινωνία.
πηγή:neakriti.gr


