Την ανάγκη να αλλάξει ριζικά ο τρόπος με τον οποίο η Πολιτεία αντιμετωπίζει τις φυσικές καταστροφές και κυρίως την αποκατάσταση των πληγεισών περιοχών ανέδειξε η παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας στο πλαίσιο του έργου “Helping Homes” που διενήργησε ο Οργανισμός INZEB. Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε χθες στο Ηράκλειο.
Η έρευνα βασίστηκε σε επιτόπιες συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια σε δύο περιοχές που βίωσαν διαφορετικές φυσικές καταστροφές, αλλά παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά: τη σεισμόπληκτη περιοχή του Αρκαλοχωρίου πέντε χρόνια μετά τον καταστροφικό σεισμό, και τη Θεσσαλία, μετά τον “Ιανό” και τρία χρόνια μετά την καταστροφική πλημμύρα του “Daniel”.

Γιάννης Αναστασάκης: «Ο φόβος, η απογοήτευση και ο θυμός είναι ίδια παντού»
Ο πρεσβευτής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το Κλίμα, Γιάννης Αναστασάκης, υπογράμμισε ότι, είτε πρόκειται για σεισμό είτε για πλημμύρα, οι άνθρωποι βιώνουν σχεδόν τα ίδια συναισθήματα.
«Ανεξάρτητα από το είδος της φυσικής καταστροφής, τα συναισθήματα που γεννιούνται στους ανθρώπους είναι παρόμοια. Είναι ο φόβος, η απογοήτευση και ο θυμός για τα αργά αντανακλαστικά της Πολιτείας, που ξεκινά καλά, αλλά στη συνέχεια δε δικαιώνει τις προσδοκίες για γρήγορη ανακούφιση των πολιτών», ανέφερε.
Με αφορμή τη μακρόχρονη ενασχόλησή του με το Αρκαλοχώρι ως πολιτικός μηχανικός, έκανε λόγο για βαθιές κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες του σεισμού, επισημαίνοντας ότι οι διοικητικές διαδικασίες παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες.
Όπως ανέφερε, λιγότερο από το 15% των σεισμόπληκτων κτηρίων έχει αποκατασταθεί, ενώ χαρακτήρισε «κενό πουκάμισο» τη συνέχεια της κρατικής παρέμβασης μετά τις πρώτες άμεσες ενέργειες στήριξης.
«Η Πολιτεία πολύ γρήγορα έσπευσε, έστησε σκηνές και οικίσκους και έδωσε τις πρώτες ενισχύσεις. Όμως ό,τι ακολούθησε ήταν ένα κενό πουκάμισο», είπε χαρακτηριστικά.
«Καιγόμαστε και δεν κάνουμε τίποτα»
Ο κ. Αναστασάκης αναφέρθηκε και στις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, υποστηρίζοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό σχεδιασμό.
«Θα κοιτάζουμε τους λαγοκέφαλους και δε θα ξέρουμε τι να τους κάνουμε. Θα κοιτάζουμε τα ξερά ελαιόδεντρα. Οι καύσωνες είναι πλέον μη αντιμετωπίσιμοι και επηρεάζουν τον τουρισμό αλλά και τη δημόσια υγεία. Καιγόμαστε, μας το λένε, το ξέρουμε, αλλά δεν κάνουμε κάτι», σχολίασε.
Παράλληλα, ζήτησε την πλήρη αναθεώρηση του πλαισίου στεγαστικής συνδρομής μετά από φυσικές καταστροφές, χαρακτηρίζοντάς το ανεπαρκές και δυσλειτουργικό. Την ίδια στιγμή πρότεινε οι ενεργειακές αναβαθμίσεις των κατοικιών να συνδυάζονται με παρεμβάσεις αντισεισμικής ενίσχυσης.
«Είναι τουλάχιστον ανόητο να στήνουμε σκαλωσιές για ενεργειακή αναβάθμιση και να μη λύνουμε τα προβλήματα του φέροντος οργανισμού. Με την ίδια παρέμβαση μπορούμε να αυξήσουμε και την αντισεισμική ανθεκτικότητα των κτηρίων», τόνισε.

Αλίς Κοροβέση: «Η κλιματική κρίση αλλάζει και τον τρόπο που ζούμε»
Η διευθύνουσα σύμβουλος του INZEB, Αλίς Κοροβέση, σημείωσε ότι το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι πως οι φυσικές καταστροφές δεν επηρεάζουν μόνο τις υποδομές, αλλά μεταβάλλουν ριζικά την καθημερινότητα και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σχεδιάζουν το μέλλον τους.
«Η κλιματική κρίση δεν αλλάζει μόνο το περιβάλλον. Αλλάζει και τον τρόπο που ζούμε. Η κατοικία δεν είναι απλώς ένα κτήριο. Είναι η καθημερινή ασφάλεια, η αξιοπρέπεια, οι αναμνήσεις και η ελπίδα των ανθρώπων», είπε.
Σύμφωνα με την ίδια, τόσο στη Θεσσαλία όσο και στο Αρκαλοχώρι οι πολίτες εξακολουθούν να βιώνουν έντονη ανασφάλεια, απογοήτευση και αβεβαιότητα για το μέλλον, ενώ ο χρονικός ορίζοντας σχεδιασμού των οικογενειών έχει περιοριστεί σημαντικά.
Η κ. Κοροβέση επεσήμανε ακόμη ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά στην πρόκληση της ανακαίνισης ενός ιδιαίτερα γηρασμένου και ενεργοβόρου κτηριακού αποθέματος, υπενθυμίζοντας ότι το 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφορά τα κτήρια.
Παρέπεμψε, μάλιστα, στη νέα ευρωπαϊκή οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτηρίων (EPBD), την οποία η Ελλάδα δεν έχει ακόμη ενσωματώσει, επισημαίνοντας ότι στο μέλλον θα τεθούν ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης, οι οποίες θα επηρεάζουν ακόμη και τη δυνατότητα πώλησης ή μεταβίβασης ακινήτων.
Τα ευρήματα της έρευνας
Παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα, η συνεργάτιδα Επικοινωνίας του INZEB, Μάρω Ρεμπούτσικα, ανέφερε ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν άνω των 40 ετών, ενώ περισσότεροι από τους μισούς δήλωσαν ότι η σεισμόπληκτη κατοικία αποτελεί τη μοναδική ιδιοκτησία τους.
Τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά:
* Το 11,11% δήλωσε ότι η κατοικία του καταστράφηκε ολοσχερώς.
* Το 22,22% ανέφερε ότι το σπίτι του υπέστη τόσο σοβαρές ζημιές ώστε δεν μπορεί να κατοικηθεί.
* Σχεδόν το 78% δήλωσε ότι η ζωή του επηρεάστηκε «πάρα πολύ» από τον σεισμό.
* Το 88,89% εμφανίζεται καθόλου ικανοποιημένο από την κατάσταση που επικρατεί σήμερα.
* Όλοι οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι εξακολουθούν να φοβούνται την επανάληψη μιας αντίστοιχης φυσικής καταστροφής.
* Το 88,89% δεν πιστεύει ότι θα ληφθούν επιπλέον μέτρα αποκατάστασης ή ουσιαστικής στήριξης στο μέλλον.
Τα ευρήματα της έρευνας καταγράφουν μια κοινωνία που, χρόνια μετά τις φυσικές καταστροφές, εξακολουθεί να ζει με έντονη ανασφάλεια, μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και περιορισμένη αισιοδοξία ότι η επόμενη μεγάλη κρίση θα βρει τις κοινότητες καλύτερα προετοιμασμένες.
Αλεξάνδρα Πολιτάκη: «Η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο η άμεση παρέμβαση»
Καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό της έρευνας είχε η πολιτική επιστήμονας, δρ. Αλεξάνδρα Πολιτάκη, η οποία συμμετείχε και η ίδια στις συνεντεύξεις με κατοίκους του Αρκαλοχωρίου.
Όπως εξήγησε, η έννοια της ανθεκτικότητας δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση μιας φυσικής καταστροφής, αλλά αφορά τη δυνατότητα μιας κοινότητας να αντέξει το πλήγμα και να επανέλθει στην πρότερη ή ακόμη και σε καλύτερη κατάσταση.
«Η ανθεκτικότητα είναι η δυνατότητα της κοινότητας να αντέχει στο γεγονός και να ανακάμπτει στην πρότερη ή και σε καλύτερη κατάσταση», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι τόσο στη Θεσσαλία όσο και στο Αρκαλοχώρι καταγράφηκαν κοινές ανάγκες, κοινές προκλήσεις και κοινές προτεραιότητες.
Η ίδια υποστήριξε ότι οι δημόσιες πολιτικές εξακολουθούν να δίνουν έμφαση κυρίως στην άμεση επέμβαση μετά την καταστροφή, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την πρόληψη αλλά και την ουσιαστική ανάκαμψη των πληγεισών περιοχών.
«Οι προσπάθειες εκτείνονται κυρίως στην άμεση επέμβαση, με περιορισμένη την πρόληψη και ακόμη πιο περιορισμένη την ανάκαμψη. Αυτό εξηγεί γιατί η ανθεκτικότητα παραμένει χαμηλή τόσο στη Θεσσαλία όσο και στην Κρήτη», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η πρόληψη κοστίζει σημαντικά λιγότερο από τη διαχείριση των συνεπειών μιας καταστροφής.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις αλλαγές που καταγράφονται πλέον στις αντιλήψεις των πολιτών για την κατοικία. Όπως είπε, μετά τις εμπειρίες των τελευταίων ετών φαίνεται να ενισχύεται η προτίμηση – και να αναδύεται ως τάση – για μικρότερες αλλά ασφαλέστερες κατοικίες, αντί για τα μεγάλα σπίτια που μέχρι πρότινος αποτελούσαν δείκτη κοινωνικής και οικονομικής καταξίωσης.
Η δρ. Πολιτάκη στάθηκε ακόμη στη σημασία της κατοικίας ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος, υπενθυμίζοντας ότι προστατεύεται από το άρθρο 21 του Συντάγματος, αλλά και από σειρά ευρωπαϊκών συνθηκών.
«Όταν απουσιάζει το δικαίωμα στη στέγη, ουσιαστικά δεν μπορεί να ασκηθεί κανένα άλλο δικαίωμα», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η αποκατάσταση της κατοικίας δεν αφορά μόνο τις υποδομές, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για την αξιοπρέπεια, την κοινωνική συνοχή και την επιστροφή των πληγέντων στην κανονικότητα.
Πηγή: neakriti.gr
Προσθήκη του fonimaleviziou.gr στην Google
