Αναγκαίες οι προσλήψεις και η ενίσχυση χρηματοδότησης, αλλά δεν αρκούν. Απαιτούνται ριζικές αλλαγές στη λειτουργία τους
Σοβαρές ελλείψεις χρηματοδοτικών πόρων, προσωπικού, αλλά και οργανωτικές αδυναμίες των υπηρεσιών των δήμων της χώρας εντοπίζει η μελέτη της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) για το κόστος λειτουργίας των δήμων το 2025. Το μέσο κόστος ετησίως υπολογίζεται στα 7,5 εκατ. ευρώ.
Όμως από ίδια έσοδα οι δήμοι καλύπτουν μόνο το 28% των αναγκών τους κατά μέσον όρο, ενώ το 72% προέρχεται από κρατικές ενισχύσεις, τακτικές όπως οι ΚΑΠ (Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι) ή έκτακτες όπως τα κρατικά προγράμματα. Επομένως, η ποιότητα των υπηρεσιών που λαμβάνει ο πολίτης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον τόπο κατοικίας του.
Μελέτη της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης χαρτογραφεί την κατάσταση σήμερα και προτείνει λύσεις για την επόμενη ημέρα.
Σε κάθε περίπτωση έχει διαμορφωθεί ένα χρηματοδοτικό χάσμα μεταξύ εσόδων και εξόδων, ειδικά λόγω της αύξησης του ενεργειακού κόστους και της αύξησης των μισθών, που αποφασίστηκε κυβερνητικά, το οποίο φορτώνει με ελλείμματα τους προϋπολογισμούς των δήμων. Οι οργανισμοί πολλών δήμων δεν ανταποκρίνονται πλέον στο εύρος των αρμοδιοτήτων τους, γιατί δεν είναι κατάλληλα οργανωμένοι για τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί: Οι υπηρεσιακές δομές είναι κατακερματισμένες, υπάρχουν πολλές κενές θέσεις και μεγάλη εξάρτηση από συμβασιούχους και αναδόχους. Η ενίσχυση της χρηματοδότησης και οι νέες προσλήψεις αποτελούν αναγκαίες, όχι όμως επαρκείς προϋποθέσεις. Για να ανταποκριθούν οι δήμοι στο διευρυμένο φάσμα των αρμοδιοτήτων τους, απαιτείται συνολική αναδιοργάνωση των υπηρεσιών, επικαιροποίηση των οργανισμών εσωτερικής υπηρεσίας, στοχευμένη στελέχωση κρίσιμων ειδικοτήτων και ενίσχυση της διαδημοτικής συνεργασίας, ιδιαίτερα στους μικρότερους δήμους που δεν είναι δυνατόν να διαθέτουν μεγάλο αριθμό προσωπικού.
Από τους 140.195 εργαζομένους στους δήμους, το 47% είναι μόνιμοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου. Το 53% όσων εργάζονται στους δήμους, δηλαδή 74.289, είναι μη μόνιμο προσωπικό, είτε συμβασιούχοι είτε άνθρωποι που εργάζονται μέσω συγκεκριμένων προγραμμάτων με ημερομηνία λήξης. Σημαντικό στοιχείο που επισημαίνεται στη μελέτη είναι οι ελλείψεις σε επιστημονικό προσωπικό, την ίδια στιγμή μάλιστα που έχουν πολλές φορές προκηρυχθεί επιστημονικές θέσεις. Ομως για τα επαγγέλματα που έχουν ζήτηση στην αγορά, όπως λ.χ. των μηχανικών, η εργασία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν προσφέρει ελκυστικές μισθολογικές συνθήκες. Ετσι, από τις 8.502 οργανικές θέσεις μηχανικών καλύπτονται μόνο 4.147, δηλαδή το 48,8%. Οι υπόλοιπες 4.263 θέσεις είναι κενές ή βρίσκονται σε διαδικασία πλήρωσης εδώ και χρόνια. Οι τεχνικές υπηρεσίες λειτουργούν σχεδόν με το μισό προσωπικό, με τη συντήρηση των υποδομών να μένει πίσω. Η μελέτη καταγράφει καθυστερήσεις σε έργα, που αφορούν σχολεία, δρόμους, αθλητικές εγκαταστάσεις και παιδικές χαρές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αδυναμία συντήρησης οδηγεί ακόμη και σε κλείσιμο εγκαταστάσεων για λόγους ασφαλείας για αρκετό χρονικό διάστημα.

Οι ελλείψεις σε τεχνικό προσωπικό καθυστερούν μελέτες, επισκευές δρόμων και σχολείων, αντιπλημμυρικά έργα και την αξιοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Οι δήμοι δεν έχουν το προσωπικό να εκπονήσουν μελέτες, να εξασφαλίσουν αδειοδοτήσεις, να προετοιμάσουν ώριμες προτάσεις και να επιβλέψουν έργα. Η μελέτη συνδέει άμεσα αυτή την υστέρηση με τη μειωμένη δυνατότητα αξιοποίησης χρηματοδοτήσεων από το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Μάλιστα, πολλές φορές εγκρίνεται η συμμετοχή ενός δήμου σε πρόγραμμα, αλλά λόγω ελλείψεων επιστημονικού προσωπικού δεν προλαβαίνει τις προθεσμίες και χάνει τη χρηματοδότηση.
Οι αδυναμίες αυτές των δήμων έχουν φυσικά άμεσες συνέπειες στη δυνατότητά τους να εξυπηρετήσουν τους δημότες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπηρεσίες πολιτικής προστασίας των δήμων είναι υποστελεχωμένες. Καλύπτεται το 45,2% των οργανικών θέσεων, παρότι οι δήμοι έχουν αυξημένες υποχρεώσεις για πυρκαγιές, πλημμύρες, καθαρισμούς και επιχειρησιακή ετοιμότητα. Ακόμη περισσότερα είναι τα κενά στη Δημοτική Αστυνομία. Η πληρότητα των θέσεων περιορίζεται στο 26,4%, επηρεάζοντας ελέγχους στάθμευσης, επιτήρηση κοινόχρηστων χώρων, λειτουργία καταστημάτων, ελέγχους για ηχορρύπανση και τοπική κυκλοφορία.
Η μελέτη προτείνει την κάλυψη των 26.465 κενών οργανικών θέσεων μέσω προκηρύξεων ΑΣΕΠ μέσα σε τρία έως τέσσερα χρόνια. Το πλήρες πρόσθετο κόστος εκτιμάται σε 684 εκατ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα πάντα με τη μελέτη, κάτι που βέβαια χρειάζεται να εκτιμηθεί δημοσιονομικά. Εξετάζεται επίσης, όπου είναι νομικά εφικτό, η μετατροπή μακροχρόνιων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σταθερότερες θέσεις. Προτείνεται ακόμη πενταετές σχέδιο στελέχωσης, ώστε οι προσλήψεις, το κόστος τους και η διαχείριση του έκτακτου προσωπικού να προγραμματίζονται σταθερά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το υπουργείο Εσωτερικών, όπως έχει ανακοινώσει ο Θοδωρής Λιβάνιος, προσανατολίζεται στην πρόσληψη μόνιμου προσωπικού για τους παιδικούς σταθμούς των δήμων, οι οποίοι για πολλά χρόνια λειτουργούν με συμβάσεις, κάποιες φορές μόλις δύο μηνών, με αποτέλεσμα τα νήπια να αλλάζουν διαρκώς νηπιαγωγούς.
Πηγή:kathimerini.gr


