Καθώς οι τιμές του ρεύματος κάνουν «ράλι» στις διεθνείς αγορές, οι χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης κοντεύουν να βρεθούν στο “σκοτάδι”. Στην γείτονα Ιταλία, έρχεται το “ακριβότερο” ρεύμα με τον λογαριασμό να φτάνει στα 181,58 ευρώ/MWh, παρά την ηπιότερη ημερήσια άνοδο, της τάξης του 19%. Η Ελλάδα λοιπόν σύμφωνα με τις διεθνείς αναλύσεις προσεγγίζει τα 103,99 ευρώ/MWh.
Ένας άτυπος “αγώνας” της τιμής του ρεύματος διεξάγεται φέτος στην Ευρώπη υπό τις πιέσεις της “τεταμένης” υφιστάμενης γεωπολιτικής και οικολογικής κατάστασης. Η “κρίση” στον τομέα της ενέργειας κλονίζεται, θρέφεται και επεκτείνεται από τις κατά τόπους πολιτικές συγκρούσεις ήδη από το 2022, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα έχει καταφέρει μόνο να ανεβάσει τις τιμές με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε αντίθεση με αυτό που γίνεται στον χώρο των καυσίμων, η αύξηση της τιμής του ρεύματος για την Ελλάδα είναι ισάξια αλλά λίγο πιο “ήπια”. Την ώρα που στην Ευρώπη, η μέση τιμή κυμαίνεται στα 130-150 ευρώ/ MWh, στην Ελλάδα βρίσκεται στην “προνομιακή” θέση να έχει ξεπεράσει ίσα-ίσα τα 100/MWh.
Η Ελλάδα λοιπόν σύμφωνα με τις διεθνείς αναλύσεις προσεγγίζει τα 103,99 ευρώ/MWh. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή είναι η τιμή της “χονδρικής” που εννοείται διαμορφώνει την αντίστοιχη καθημερινή, με το MWh να σημαίνει “μεγαβατόρα”, την επόμενη μονάδα μέτρησης στην κλίμακα της ενέργειας, όπου μία μεγαβατόρα ισούται 1.000 γνωστές κιλοβατόρες. Καθώς οι τιμές του ρεύματος κάνουν “ράλι” στις διεθνείς αγορές, οι χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης κοντεύουν να βρεθούν στο “σκοτάδι”. Η υψηλότερη άνοδος της τιμής καταγράφεται στην Σερβία με 85%, με την τιμή να διαμορφώνεται στα 153,32 ευρώ/MWh. Την ίδια στιγμή, στην γείτονα Ιταλία, έρχεται το “ακριβότερο” ρεύμα με τον λογαριασμό να φτάνει στα 181,58 ευρώ/MWh, παρά την ηπιότερη ημερήσια άνοδο, της τάξης του 19%. Στη Ρουμανία η τιμή ξεπερνά τα 155 ευρώ/MWh, στην Ουγγαρία τα 156 ευρώ ενώ, ιδιαίτερα μεγάλες αυξήσεις καταγράφονται σε χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σερβία, όπου η τιμή αυξήθηκε κατά περίπου 85% μέσα σε μία ημέρα.
“Κεραυνός” στο ρεύμα για Βαλκάνια και Ιταλία
Πίσω από τη νέα ενεργειακή αναταραχή βρίσκεται ένας συνδυασμός παραγόντων. Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν σημαντικά τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, κυρίως λόγω της αυξημένης χρήσης κλιματιστικών, την ώρα που η ξηρασία περιορίζει τα διαθέσιμα υδάτινα αποθέματα και, κατ’ επέκταση, τη δυνατότητα υδροηλεκτρικής παραγωγής. Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούν προβλήματα και στη λειτουργία ορισμένων θερμικών και πυρηνικών μονάδων, οι οποίες χρειάζονται νερό για την ψύξη τους. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει για ακόμη μία φορά ένα βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγοράς: η μεγάλη αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει σταθερά χαμηλές τιμές. Όταν υπάρχει άφθονη ηλιακή και αιολική παραγωγή, οι τιμές μπορούν να υποχωρούν σημαντικά. Όταν όμως η ζήτηση αυξάνεται και η παραγωγή από ΑΠΕ δεν επαρκεί, το σύστημα χρειάζεται άλλες πηγές ενέργειας, με αποτέλεσμα οι τιμές να ανεβαίνουν απότομα.
Για την Ελλάδα, η σημερινή εικόνα είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ρεύμα είναι φθηνό. Η χώρα παραμένει εκτεθειμένη στις εξελίξεις της ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα της βαλκανικής αγοράς, καθώς οι διασυνδέσεις μεταφέρουν τις πιέσεις από τη μία αγορά στην άλλη. Το μεγάλο στοίχημα για το επόμενο διάστημα είναι αν η Ελλάδα θα καταφέρει να διατηρήσει αυτή τη σχετική “άμυνα” απέναντι στις υψηλές ευρωπαϊκές τιμές. Η πορεία του καύσωνα, τα υδροηλεκτρικά αποθέματα, η παραγωγή των ΑΠΕ και οι διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι καθοριστικοί παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση, η νέα άνοδος των τιμών αποτελεί μια ακόμη υπενθύμιση ότι το ενεργειακό πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι μόνο θέμα παραγωγής. Είναι, πλέον, και θέμα αποθήκευσης, δικτύων, διασυνδέσεων και δυνατότητας του συστήματος να μεταφέρει την ενέργεια εκεί και όταν ακριβώς χρειάζεται.
Η εκτίμηση, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι ότι ο Σεπτέμβριος δύσκολα θα επιστρέψει αμέσως σε μια πραγματικά “άνετη” αγορά. Αντίθετα, είναι πιθανότερο να δούμε μια αγορά με σημαντικές διακυμάνσεις: χαμηλότερες τιμές τις ώρες μεγάλης παραγωγής από φωτοβολταϊκά, αλλά υψηλές τιμές κατά τις βραδινές ώρες και στις ημέρες όπου η ζήτηση παραμένει αυξημένη και η παραγωγή από ΑΠΕ δεν επαρκεί. Ο βασικός λόγος είναι ότι το πρόβλημα του φετινού καλοκαιριού δεν εξαντλείται στον καύσωνα. Η παρατεταμένη ζέστη και η ξηρασία έχουν ήδη πιέσει τα υδάτινα αποθέματα και την παραγωγή ορισμένων μονάδων στην Ευρώπη. Σε αρκετές χώρες, οι χαμηλές στάθμες ποταμών έχουν δημιουργήσει προβλήματα στην ψύξη πυρηνικών και θερμικών μονάδων.

Τί θα φέρει το φθινόπωρο;
Υπάρχει, ωστόσο, και ένας παράγοντας που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των καταναλωτών: η σταδιακή υποχώρηση της θερμοκρασίας. Εάν ο Σεπτέμβριος κινηθεί σε πιο φυσιολογικά επίπεδα, η κατανάλωση για κλιματισμό θα μειωθεί. Αυτό θα μπορούσε να απομακρύνει την ελληνική αγορά από τα ακραία επίπεδα που βλέπουμε σήμερα. Παράλληλα, η ηλιακή παραγωγή παραμένει σημαντική, αν και η μικρότερη διάρκεια της ημέρας σημαίνει ότι η συνεισφορά των φωτοβολταϊκών σταδιακά περιορίζεται. Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο της νέας αγοράς ηλεκτρισμού: δεν είναι απαραίτητο να έχουμε υψηλή μέση τιμή όλο το εικοσιτετράωρο. Μπορεί να έχουμε πολύ φθηνές ή ακόμη και μηδενικές τιμές για κάποιες μεσημεριανές ώρες και, λίγες ώρες αργότερα, απότομη άνοδο όταν σταματήσει η ηλιακή παραγωγή. Η Ευρώπη έχει πλέον εγκαταστήσει πολύ περισσότερη ηλιακή ισχύ, ενώ η χωρητικότητα των μπαταριών έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά. Η ENTSO-E αναφέρει ότι από το προηγούμενο καλοκαίρι προστέθηκαν πάνω από 120 GW ανανεώσιμης ισχύος, κυρίως φωτοβολταϊκών, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς μπαταριών έχει διπλασιαστεί. Αυτό αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν εξαφανίζει το πρόβλημα. Η ενέργεια που παράγεται το μεσημέρι πρέπει να μπορεί να μεταφερθεί και να αποθηκευτεί για τις ώρες που τη χρειαζόμαστε περισσότερο.
ΤΑ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Όλα τα βλέμματα στον Αύγουστο: ένας καύσωνας θα εκτινάξει τις τιμές
Με τα σημερινά δεδομένα, ένα λογικό βασικό σενάριο για την ελληνική χονδρεμπορική αγορά είναι ένας Σεπτέμβριος με μέση τιμή περίπου 90–120 ευρώ/MWh, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει νέο ακραίο κύμα καύσωνα ή νέα μεγάλη αναστάτωση στις γειτονικές αγορές. Εάν ο Αύγουστος συνεχίσει με ακραίες θερμοκρασίες και η ξηρασία επιδεινωθεί, ενώ ταυτόχρονα παραμείνουν υψηλές οι τιμές στην Ιταλία και στα Βαλκάνια, η ελληνική αγορά θα μπορούσε να παραμείνει πάνω από τα 120 – 130 ευρώ/MWh κατά μέσο όρο. Αντίθετα, σε ένα ευνοϊκό σενάριο, με αισθητή πτώση της θερμοκρασίας, ισχυρή αιολική παραγωγή και ομαλοποίηση των γειτονικών αγορών, θα μπορούσαμε να δούμε τον Σεπτέμβριο να υποχωρεί ακόμη και προς την περιοχή των 70–90 ευρώ/MWh.
Πηγή: neakriti.gr


