Η Οδύσσεια ενός λυράρη

Η Οδύσσεια ενός λυράρη>> θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τίτλος παλιάς δακρύβρεχτης ελληνικής ταινίας. Παρόλα αυτά είναι ο τίτλος του βιβλίου του Τζαγκαρομιχάλη που καταγραφεί με αριστουργηματικό τρόπο την πολυτάραχη ζωή του απο τότε που γεννήθηκε μέχρι και σήμερα που η πρόοδος της τεχνολογίας επιδρά στις ανθρώπινες σχέσεις, διαμορφώνοντας ένα νέο και συνεχώς εξελισσόμενο status quo.

Ο Μιχάλης ο Τζαγκαράκης γεννήθηκε 1945 στο χωριό Αποϊνη Ηρακλείου. Ο πατέρας του ο οποίος καταγόταν από τις Καμάρες Ηρακλείου υπήρξε ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του, ενώ η μητέρα του ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη.
Λίγο αργότερα, για οικογενειακούς λόγους μετακομίζουν στις Μοίρες όπου οι γονείς του διατηρούσαν μια παραδοσιακή ταβέρνα.
Ο Μιχάλης ήταν τότε μαθητής στο δημοτικό σχολείο, που ενώ ξεκινούσε για να πάει για να μάθει γράμματα, όπως του έλεγαν οι γονείς του, κάπου στα μέσα της διαδρομής κρυβόταν και περίμενε να φύγουν όλοι από το σπίτι για να επιστρέψει εκείνος και να παίξει την λύρα του πατέρα του, που ομολογουμένως όταν τον άκουσε κάποια στιγμή να παίζει, δεν πίστευε στα αφτιά του.
Ήταν πραγματικά μεγάλη έκπληξη για τον πατέρα του αυτό το πρώτο άκουσμα που είχε απο το γιο του, τον οποίο δεν σταματούσε να αποτρέπει να ασχοληθεί με τα καλλιτεχνικά καθώς η εμπειρία του δεν τον άφηνε να δημιουργήσει θετικές σκέψεις.
Λίγο αργότερα το 1957 η επιχείρηση των γονιών του κλείνει οριστικά και η οικογένεια του, μετακομίζει στο Ηράκλειο, όπου ο μικρός τότε Μιχάλης αρχίζει να δουλεύει, για μεροκάματο 60 δρχ., σε ένα καφενείο στο Καμαράκι. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως ξεχνούσε το μεράκι του για τη λύρα, που βρισκόταν κλειδωμένη σε ένα μπαούλο του σπιτιού του, του οποίου τα κλειδιά είχε η αδερφή του η Στασούλα που γνωρίζοντας το πάθος του για την Κρητική μουσική, φυσικά το άνοιγε και τα όνειρα του Μιχάλη ζωντάνευαν στις χορδές της λύρας.
Φαίνεται όμως πως την  καλλιτεχνική φλέβα του πατέρα του, την κληρονόμησαν και τα άλλα αδέρφια του. Ο Μήτσος υπήρξε από τους πιο αξιόλογους λαουτιέρηδες της εποχής του.
Ο Στέλιος έπαιζε εξαιρετικά μπουζούκι γι αυτό και καταξιώθηκε στο καλλιτεχνικά στερέωμα. Επίσης πρέπει να αναφερθεί πως τα πατήματα του μπουζουκιού ήταν αυτά που αργότερα τον βοήθησαν να παίξει με μαεστρία και λαούτο.
Ο Μιχάλης όμως κατάφερε όχι μόνο να ανθίσει αλλά και να μοσχοβολήσει, με τις μελωδίες του. Όπως το νυχτολούλουδο  που αφήνει το άρωμα του στις καρδιά και στη θύμηση όλων, έτσι και εκείνος άφησε το αποτύπωμα του στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Γίνεται αποδεκτός απο καταξιωμένους μουσικοσυνθέτες, όπως είναι ο Μάνος Λοΐζος με τον οποίο επισφραγίζουν την σχέση τους με κουμπαριά, αφού στον πρώτο του γάμο τον στεφάνωσε η σύζυγος του Λοΐζου ηθοποιός Δώρα Σιτζάνη.
Στη συνέχεια της καλλιτεχνικής του πορείας, δέχεται αμέτρητες προτάσεις για δισκογραφικές συνεργασίες.
Του έγινε πρόταση μέχρι και να μεταναστεύσει μόνιμα στην Αμερική, σε μια εποχή που θα μπορούσε να κερδίσει πολλά χρήματα με το δοξάρι του, καθώς η μουσική του τόπου μας ενώνει τους απανταχού Κρήτες.
Αρνήθηκε όμως, γιατί η αγάπη του για το νησί μας ήταν και παραμένει ανεκτίμητης αξίας. Δημιούργησε εδώ σχέσεις ζωής και συνεργασίες, όπως αυτή με τον λαουτιέρη και τραγουδοποιό Νίκο Μανιά, που θα μπορούσες με άνεση να πεις πως το ηχόχρωμα της φωνής τους μοιάζει.
Ο Μιχάλης ο Τζαγκαράκης καταξιώθηκε και αγαπήθηκε όσο λίγοι καλλιτέχνες. Υπάρχουν φορές όμως που η αγάπη πληγώνει κσι όταν μάλιστα υπάρχει και εγκατάλειψη συζυγικής στέγης με δύο παιδιά που βρίσκουν αγάπη και θαλπωρή στην αγκαλιά της γιαγιάς τους- μητέρας του Μιχάλη, τότε η αγάπη γίνεται απάτη- εξαπάτηση και πονάει περισσότερα.
Η ζωή όμως συνεχίζεται και ο Μιχάλης δικαίως αποφασίζει να εμπιστευτεί την τωρινή του σύζυγο τη Μαρία, η οποία αγαπάει τα παιδιά που απέκτησε στον πρώτο του γάμο και κάνουν, ένα ακόμα μαζί τον Μάνο.
Μέσα σε όλη αυτή βέβαια την θύελλα και την γαλήνη ο Μιχάλης συνεχίζει να δημιουργεί και να αντιστέκεται με τους στίχους του. Συνεχίζει να εξυμνεί την αγάπη, τον έρωτα, την αφοσίωση, την πίστη, την φιλία, την ανδρεία, γεγονός που τον καθιστά σπουδαίο.
Όχι μόνο επειδή είναι ένας από τους καλούς, παραδοσιακούς λυράρηδες της Κρήτης, αλλά και γιατί την Πρωτομαγιά του 1976 που δολοφονήθηκε ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο Μιχάλης τον ύμνησε  με τη λύρα του και την άφθαστη μελωδία του
“Πρωτομαγιάς ξημέρωμα
λουλούδια μην ανθήστε!
Του Παναγούλη τη θανή
κι εσείς, πουλιά! Πενθήστε!…”
και ακολουθούν και άλλοι στίχοι, που εκείνη τη μέρα εξέφρασε ο Μιχάλης Τζαγκαράκης, σε συνθήκες μάλιστα που ήταν κάπως παρακινδυνευμένες, αφού ήταν αδιανόητο ένας νέος που θέλει να σταδιοδρομήσει να υμνεί τον Παναγούλη και όμως ο Τζαγκαρομιχάλης το τόλμησε.
Γενικά είναι ένας άνθρωπος που λέει μέσα από τους στίχους και τη μουσική του τα πράγματα με το όνομα τους.
Τολμά να μιλήσει για φίλους που τον πρόδωσαν και να ξεχωρίσει τον φίλο  και επί χρόνια συνεργάτη του,  τον <<μπακαλιάρο>> , κατά κόσμον Βασίλη Νιράκη.
Τολμά με μαεστρία να σατιρίσει και να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα βάζοντας σε σκέψεις.
Όλα αυτά είναι γραμμένα με την φανταστική πένα του Τζαγκαρομιχάλη στην << Οδύσσεια ενός λυράρη >> που εκδόθηκε με χρηματοδότηση της Περιφέρειας Κρήτης και διατίθεται δωρεάν.

Πολιτισμός - ΡΟΗ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ