Συμπληρώνονται σήμερα 59 χρόνια από το ναυάγιο του επιβατηγού–οχηματαγωγού «Ηράκλειον», που βυθίστηκε τα ξημερώματα της 8ης Δεκεμβρίου 1966 στη θαλάσσια περιοχή της Φαλκονέρας, παρασύροντας στον θάνατο 217 ανθρώπους. Το πλοίο είχε αποπλεύσει από τη Σούδα το προηγούμενο βράδυ, υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες με ανέμους που έφθαναν τα 8–9 μποφόρ, όμως τα δρομολόγια εκείνης της εποχής σπάνια ακυρώνονταν.
Λίγες ώρες μετά την αναχώρηση, καθώς το πλοίο έπλεε στο στενό Μήλου–Φαλκονέρας, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ένα φορτηγό–ψυγείο στο γκαράζ, το οποίο δεν είχε ασφαλιστεί σωστά, μετακινήθηκε από τα κύματα και έπεσε πάνω στην πόρτα του καταστρώματος. Η πόρτα υποχώρησε και μεγάλες ποσότητες νερού εισέβαλαν στο πλοίο, προκαλώντας ταχύτατη κλίση.
Το πρώτο σήμα κινδύνου στάλθηκε στις 2:06 π.μ., όμως το «Ηράκλειον» είχε ήδη αρχίσει να βυθίζεται. Οι περισσότεροι επιβάτες αιφνιδιάστηκαν στον ύπνο τους, ενώ οι σωστικές λέμβοι δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν. Το πλοίο χάθηκε μέσα σε λίγα λεπτά στα νερά του Αιγαίου.

Οι επιζώντες περιέγραψαν αργότερα μια νύχτα τρόμου: παγωμένα νερά, τεράστια κύματα και μια άνιση μάχη για επιβίωση μέχρι την άφιξη εμπορικών και στρατιωτικών πλοίων. Συνολικά διασώθηκαν περίπου 47 άτομα.
Το ναυάγιο του «Ηράκλειον» συγκλόνισε την Ελλάδα και ανέδειξε σοβαρές αδυναμίες στους κανόνες ασφαλείας της εποχής. Ακολούθησαν αλλαγές σε διαδικασίες φόρτωσης, στερέωσης φορτίων, ελέγχου θυρών γκαράζ και αξιολόγησης δρομολογίων σε ακραίο καιρό. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές διαμόρφωσαν βαθιά την πορεία της ελληνικής ακτοπλοΐας τις επόμενες δεκαετίες.
Συνδέοντας τη μνήμη με το σήμερα, το όνομα «Ηράκλειον» συνεχίζει να προκαλεί συγκίνηση και δέος. Για τις οικογένειες των θυμάτων, για τους λίγους επιζώντες, αλλά και για την ελληνική κοινωνία που κουβαλά ακόμη το αποτύπωμα εκείνης της τραγωδίας.

