Μια θρησκευτική υποχρέωση που καταγράφεται ως ένα άλλο κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί η «σύλληψη» του “Φάντη Μπαστούνη” στα καφενεία του Κρουσώνα παραδοσιακά τη Μεγάλη Πέμπτη.
Πρόκειται για μια λαϊκή παράδοση που επιβάλει την παύση της χαρτοπαιξίας στα καφενεία του χωριού, που παραδοσιακά αποτελούσαν το κέντρο της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, με την τράπουλα να αποτελεί το συνοδευτικό του καφέ. Ωστόσο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, η εικόνα άλλαζε. Μόλις ο παπάς διάβαζε το πρώτο Ευαγγέλιο οι θαμώνες έπαιρναν μια τράπουλα, έβγαζαν τον Φάντη, δηλαδή το Βαλέ (που συμβόλιζε τον προδότη ή τον πειρασμό) και τον έδεναν με έναν σπάγκο το «σπάουλο», όπως λέγονταν. Στη συνέχεια τον κρεμούσαν από το κεντρικό φωτιστικό ή από ένα καρφί στο ταβάνι ή στον τοίχο του καφενείου.

Ο κρεμασμένος Φάντης σήμαινε την απαγόρευση στη χαρτοπαιξία και λειτουργούσε ως το σύνθημα «τέρμα τα παιχνίδια». Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι το «Χριστός Ανέστη», δεν επιτρεπόταν ούτε να πιάσει κανείς τράπουλα στα χέρια του, ούτε καν να φωνάζει ή να γελάει δυνατά μέσα στο καφενείο.
Στην Κρήτη, ο Φάντης συχνά υπονοεί τον διάβολο ή την κακή τύχη. Η Ιεροτελεστία αυτή στο μεγάλο κεφαλοχώρι του Μαλεβιζίου απαντούσε στο σεβασμό, στο πένθος. Οι παλαιότεροι μάλιστα έλεγαν πως τη Μεγάλη Παρασκευή «ούτε τα πουλιά δεν κελαηδούν». Πόσο μάλλον να παίζει κάποιος χαρτιά. Θεωρούνταν μεγάλη προσβολή προς την κοινότητα.
Ο “Φάντης Μπαστούνης”, όπως αποκαλούσαν το Βαλέ, από την τράπουλα, ταυτιζόταν στη λαϊκή συνείδηση με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Κρεμώντας τον, οι χωριανοί ένιωθαν ότι συμμετέχουν συμβολικά στην τιμωρία του προδότη. Το πρόσωπό του στην τράπουλα (που συχνά κοιτάζει πλαγίως) ερμηνευόταν ως «ύποπτο» ή «δόλιο». Ο Φάντης είναι η κάρτα που ανοίγει συχνά τον δρόμο για το τζόγο και τις «μάχες» στο τραπέζι του καφενείου, οι Κρουσανιώτες τον θεωρούσαν τον κύριο εκπρόσωπο του πάθους της χαρτοπαιξίας. Κρεμώντας τον, «κρεμούσαν» συμβολικά την επιθυμία για τζόγο. Ήταν μια πράξη κάθαρσης του καφενείου, ώστε ο χώρος να παραμείνει «καθαρός» κατά τη διάρκεια των Παθών του Χριστού. Ήταν ένας λαϊκός τρόπος να επιβληθεί η αυτοσυγκράτηση. Ακόμα και οι πιο δεινοί παίκτες έπρεπε να υποταχθούν στον νόμο του «σπάουλου». Οι παλαιότεροι αναφέρουν πως αν κάποιος τολμούσε να προτείνει παιχνίδι ενώ ο Φάντης ήταν κρεμασμένος, οι υπόλοιποι τον ανάγκαζαν να κεράσει όλο το καφενείο ως «πρόστιμο» για την ασέβειά του!
Το «Λύσιμο» μετά την Ανάσταση
Η απελευθέρωση ερχόταν το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Μετά το «Χριστός Ανέστη» και αφού οι πιστοί έτρωγαν τη μαγειρίτσα ή το τυροζούμι, επέστρεφαν στο καφενείο. Τότε, ο ιδιοκτήτης του καφενείου έκοβε τον σπάγκο, και ο Φάντης επέστρεφε στο πακέτο και το παιχνίδι ξεκινούσε ξανά, σηματοδοτώντας τη λήξη της περιόδου αποκλεισμού από την χαρτοπαιξία ως δείγμα εγκράτειας.
Είναι εντυπωσιακό πάντως, πώς ένα αντικείμενο καθημερινής διασκέδασης, όπως η τράπουλα, μετατρεπόταν σε θρησκευτικό σύμβολο μέσα από τη λαϊκή φαντασία των Μαλεβιζιωτών.
Το έθιμο με τον «κρεμασμένο Φάντη» στον Κρουσώνα είναι μια από τις πιο αυθεντικές και «ζωηρές» καταγραφές της κοινωνικής ζωής του Μαλεβιζίου. Αντικατοπτρίζει την απόλυτη μετάβαση από την καθημερινή εξωστρέφεια στην κατάνυξη της Μεγάλης Εβδομάδας!
Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΖΙΟΥ

