Μεγάλη Πέμπτη, η νύχτα των 12 Ευαγγελίων, η νύχτα του βαθιά συγκλονιστικού «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Η Εβδομάδα των Παθών φτάνει στο αποκoρύφωμά της και οι πιστοί ετοιμάζονται για τον Επιτάφιο Θρήνο της Μεγάλης Παρασκευής.
Στην Κρήτη, το έθιμο των στεφανιών του Σταυρού είναι εξαιρετικά διαδεδομένο. Μολονότι η συγκεκριμένη παράδοση συναντάται με διάφορες παραλλαγές σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, στην Κρήτη προσλαμβάνει χαρακτηριστικά καθολικότητας.
Στο παρελθόν τα στεφάνια της Μεγάλης Πέμπτης φτιάχνονταν από τις πιστές και αφού προηγουμένως είχαν μαζέψει αγριολούλουδα από την Κρητική ύπαιθρο. Στα αστικά κέντρα εδώ και δεκαετίες, τα στεφάνια του Εσταυρωμένου διατίθενται στα ανθοπωλεία και αποτελούνται είτε από γαρίφαλα λευκά και κόκκινα, είτε από ανοιξιάτικα λουλούδια, είτε από σφιχτοπλεγμένους λεμονανθούς, είτε ακόμη και από τα αγκάθια της αγριοτριανταφυλλιάς.
Οι αφηγήσεις του συνταξιούχου εκπαιδευτικού Μανώλη Λαγουδιανάκη, μέσα από τα βιβλία του, αποτυπώνουν έναν κόσμο όπου τα έθιμα δεν ήταν απλώς παραδόσεις, αλλά τρόπος ζωής.
Ο κ. Λαγουδιανάκης από το Σμάρι Πεδιάδος, υπογραμμίζει ότι μόλις τέλειωναν οι Απόκριες, άρχιζαν την αντίστροφη μέτρηση για τον ερχομό του Πάσχα, με την αρχή να γίνεται την Καθαρά Δευτέρα, τη μέρα που «πέταγε» ο αυτοσχέδιος χαρταετός, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την έναρξη της Σαρακοστής.
«Κάθε Παρασκευή πηγαίναμε στην εκκλησία για να ακούσουμε τον Ακάθιστο Ύμνο», αναφέρει, ενώ τα παιδιά προετοιμάζονταν ακόμη και μέσα από το σχολείο, αφού έκαναν πρόβες για να μάθουν να λένε τα εγκώμια , για να τα ψάλλουν τη Μεγάλη Παρασκευή.
Η προετοιμασία δεν ήταν ατομική υπόθεση. Ήταν μια συλλογική εμπειρία, η οποία ένωνε ολόκληρη την κοινότητα. Την παραμονή της Σταυροπροσκυνήσεως, μικροί και μεγάλοι μάζευαν λουλούδια για τις «ροδαρές», μικρά μπουκέτα που μοιράζονταν στην εκκλησία, ενώ λίγο αργότερα, το Σάββατο του Λαζάρου, η μέρα αποκτούσε ξεχωριστή σημασία για τα παιδιά.
Η Μεγάλη Εβδομάδα ερχόταν για να κορυφώσει τη σύνδεση με την πίστη και την παράδοση. Τη Μεγάλη Πέμπτη, το βάψιμο των αυγών, όπως τόνισε, συνδυαζόταν με συμβολικές πράξεις: «Κρατούσαμε ένα κορδόνι και κάναμε έναν κόμπο σε κάθε Ευαγγέλιο και το φορούσαμε σαν φυλαχτό», ενώ την ίδια μέρα ετοιμαζόταν και ο σταυρός με τη σπαραγγιά (αγκαθωτός θάμνος), που θα συνόδευε τα παιδιά την επόμενη.
«Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί γυρνούσαμε το χωριό για να πούμε τα Πάθη του Χριστού» ενώ το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, η κοινότητα γινόταν ένα. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με αυτοσχέδιο φωτισμό και λιβάνι, οι κάτοικοι περίμεναν την περιφορά του Επιταφίου έξω από τα σπίτια τους.
«Σε κάθε σπίτι σταματούσαν, σήκωναν τον Επιτάφιο και περνούσαν από κάτω οι ένοικοι», θυμάται, ενώ προσθέτει από αυτά που έχει ως ζωηρές αναμνήσεις, ότι η πομπή κατέληγε στο κοιμητήριο, όπου η κοινότητα των ζωντανών συναντούσε τη μνήμη των νεκρών, σε μια τελετουργία βαθιάς συγκίνησης.

«Με το “Χριστός Ανέστη” ανάβαμε τη φωτιά»
Την επομένη, το Μεγάλο Σάββατο, η προσμονή κορυφωνόταν, με τα παιδιά που γύριζαν σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, να έχουν ήδη μαζέψει ξύλα για τη «φουνάρα», το κάψιμο του Ιούδα, δηλαδή.
Όπως θυμάται ο συνταξιούχος εκπαιδευτικός, «με το “Χριστός Ανέστη” ανάβαμε τη φωτιά», ενώ κάθε παιδί κρατούσε στην τσέπη του ένα κόκκινο αυγό ή ένα καλιτσούνι, για να το φάει μόλις ακουγόταν το χαρμόσυνο μήνυμα. Ο κ. Λαγουδιανάκης, θυμάται ότι ακολουθούσε το οικογενειακό τραπέζι μέσα στη νύχτα και, την επόμενη ημέρα, η «δεύτερη Ανάσταση» στην εκκλησία, που σήμαινε και το τέλος των εορτασμών.
«Είχαμε λιγότερα, αλλά ήμασταν πιο κοντά»
Όμως τα έθιμα και οι παραδόσεις είχαν το μυστηριακό στοιχείο που συνδέει τον κόσμο των ζωντανών με τη μνήμη και την επίκληση για Ανάσταση, γιατρειά και απαλλαγή από τον πόνο και την αμαρτία .
Έντονο το στοιχείο της σύνδεσης με τις ψυχές το συναντάμε και στην κεντρική Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Θεσσαλία.
Μετά την εκκλησία πήγαιναν στους τάφους των νεκρών, όπου άναβαν τα καντήλια και τοποθετούσαν κόκκινα αυγά. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης οι Χριστιανοί πήγαιναν ν’ ακούσουν τα δώδεκα Ευαγγέλια και να προσκυνήσουν τον Εσταυρωμένο Χριστό, που τον κατέβαζαν από το Ιερό και τον έβαζαν στο μέσον της εκκλησίας, απ’ όπου περνούσαν και χαιρετούσαν όλοι. Πολλά νεαρά κορίτσια έφτιαχναν στεφάνια και τα τοποθετούσαν στα πόδια και τα χέρια του Χριστού ή στο σταυρό. Πολλές γυναίκες έφτιαναν χειροποίητες κουλούρες κεριού ίσια με το μπόι των παιδιών τους και μ’ αυτές έζωναν το σώμα του Χριστού. ‘Αλλες πάλι έφτιαχναν πολλά μέτρα κουλούρας κεριού και μ’ αυτό έζωναν την εκκλησία. Αυτό γινόταν σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, αν το είχαν τάμα για κάποιον δικό τους ασθενή. Μετά τη λειτουργία τα κορίτσια και γυναίκες στόλιζαν τον επιτάφιο και πολλές απ’ αυτές με τα μικρά τους παιδιά κάθονταν στις ψάθες τους και ξενυχτούσαν το Χριστό τραγουδώντας μοιρολόγι.
Βάψιμο αυγών με κρεμμυδόφυλλα
Σε μια μεγάλη κατσαρόλα με χλιαρό νερό βάζουμε κρεμμυδόφυλλα και ξίδι και τα βράζουμε περίπου τρία τέταρτα με μία ώρα. Στη συνέχεια αποσύρουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά, τη σκεπάζουμε με το καπάκι και την αφήνουμε για 8-10 ώρες για να βγει καλά το χρώμα. Κατόπιν στραγγίζουμε το νερό και βάζουμε μέσα τα αυγά με μια ξύλινη κουτάλα, αφού προηγουμένως τα έχουμε πλύνει καλά και τα έχουμε σκουπίσει με μία πετσέτα. Τα αυγά πρέπει να έχουν τη θερμοκρασία του χώρου που ζούμε. Τα βράζουμε για ένα τέταρτο προσέχοντας να σκεπάζονται καλά από το νερό. Κατόπιν με ένα ξύλινο κουτάλι τα βγάζουμε και τα ακουμπάμε σε μια καθαρή πετσέτα ή σε χαρτί κουζίνας. Ύστερα τα λαδώνουμε με μια μαλακιά πετσέτα ή λίγο βαμβάκι για να γυαλίσουν.
Επίσης σύμφωνα με την ίδια: α) τα κρεμμυδόφυλλα για 30 αυγά πρέπει να είναι τρεις χούφτες περίπου και το ξίδι 100 γραμμάρια. β)Τα αυγά κατά προτίμηση να είναι κοκκινωπά. γ)Το χρώμα που μας δίνει είναι κόκκινο σκούρο προς το κεραμιδί. Στο ίδιο νερό μπορούν να βαφτούν κι άλλα τόσα αυγά, μόνο που θα βγουν λίγο σκουρότερα.
Βάψιμο των αυγών με ριζάρι
Σε ένα ξύλινο σκεύος ή σε λεκάνη στουμπάμε ρίζες από ριζάρι (μονοετές φυτό που βγαίνει στα βουνά) και λάπατα (είδος λαχανικού) και τ΄ αφήνουμε για δυο τρεις μέρες να βγάλουν το χρώμα. Τη Μεγάλη Πέμπτη βράζουμε το στουμπισμένο μείγμα για δυο ώρες, για να βγει το χρώμα. Κατόπιν το στραγγίζουμε και βάζουμε στο νερό τα αυγά, με ξύλινο κουτάλι, ώστε να σκεπάζονται καλά. Μετά από ένα τέταρτο τα βγάζουμε απ΄ την κατσαρόλα και τα ακουμπάμε σ΄ ένα πανί ή χαρτί κουζίνας. Στη συνέχεια μ’ ένα λαδωμένο μαλακό πανί ή βαμβάκι τα λαδώνουμε για να γυαλίσουν.


