Ο τελευταίος καφετζής της πλατείας της Τυλίσου, έφυγε χθες το βράδυ, αφήνοντας πίσω του μια ολόκληρη εποχή. Τον συνάντησα στο αγροτικό ιατρείο πριν λίγες μέρες και η κυρία Γεωργία, η γιατρός, του έδινε συμβουλές με ενδιαφέρον και αγάπη. Εκείνη τη στιγμή ίσως κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί πως τόσο σύντομα θα ερχόταν η ώρα να τον αποχαιρετήσουμε.
Ποτέ δεν είναι εύκολο να πιστέψεις πως ένας άνθρωπος που έχεις συνηθίσει να βλέπεις στην πλατεία, στο καφενείο του, με τα χωρατά και την καλή του διάθεση, δεν θα είναι πια εκεί. Ο Αντώνης ο Μαματζάκης δεν ήταν απλώς ο καφετζής της πλατείας, ήταν η ψυχή της. Με το χιούμορ του και τον ξεχωριστό τρόπο του ήξερε πάντα να φέρνει το χαμόγελο στους ανθρώπους γύρω του.
Θυμάμαι τις φορές που πήγαινα μαζί με τον πατέρα μου στο καφενείο του, στην πλατεία. Μόλις μας έβλεπε να πλησιάζουμε, με τον πατέρα μου να στηρίζεται στο μπαστούνι κι εμένα να τον κρατώ από την άλλη πλευρά του, δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει το χαρακτηριστικό του πείραγμα. «Θα σε πάρω εργάτη», του έλεγε γελώντας. Ήταν από εκείνα τα αστεία που έκρυβαν μέσα τους την οικειότητα και τη ζεστασιά της παρέας.
Θα λείψει περισσότερο απ’ όλους στη γυναίκα του, τη Μαρίκα, που ήταν μαζί από μικρά παιδιά. Η Μαρίκα στάθηκε δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια βράχος και στα καλά και στα δύσκολα. Μαζί δημιούργησαν μια οικογένεια γεμάτη ζεστασιά. Η ζωή τούς χάρισε ένα παιδί τη Ζαφειρούλα. Η αγάπη τους ήταν τόσο μεγάλη για τη Ρούλα τους που την κράτησαν σαν θησαυρό, την μεγάλωσαν με φροντίδα και αρχές, δίνοντάς της όλα όσα δίνει ένας γονιός στο παιδί του. Και εκείνη τους χάρισε τη μεγαλύτερη χαρά, να τους κάνει παππού και γιαγιά και να γεμίσει το σπίτι τους με την αγάπη μιας εγγονής.
Ο Αντώνης φεύγει σήμερα, αλλά αφήνει πίσω του μια οικογένεια και έναν ολόκληρο τόπο που θα θυμάται το χαμόγελό του, τις κουβέντες του και την καλοσύνη του.
Καλό ταξίδι, Αντώνη. Θα λείψεις από την πλατεία, από το καφενείο, από το χωριό μας.