Στο τρίτο μέρος του αφιερώματος μιλάει η Δρ Ευρυδίκη Κραββαρίτη, παθολόγος, επίκουρη καθηγήτρια Γηριατρικής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών
Η γηριατρική αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο για την Ελλάδα, καθώς ο πληθυσμός γερνά, αλλά το σύστημα υγείας και η ιατρική εκπαίδευση δεν έχουν ακόμη προσαρμοστεί στις ανάγκες των ηλικιωμένων, που γίνονται όλο και περισσότεροι. Σε αντίθεση με πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου η γηριατρική είναι αναγνωρισμένη εξειδίκευση εδώ και δεκαετίες, στη χώρα μας δεν έχει ακόμη θεσπιστεί ως επίσημη εξειδίκευση, με τους λίγους γιατρούς που ασχολούνται συστηματικά με το αντικείμενο να έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό και να πιέζουν θεσμικά για την αναγνώρισή της.
Την ίδια στιγμή, η Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ επιχειρεί να καλύψει το κενό, αναπτύσσοντας μεταπτυχιακά προγράμματα όπως το «Φυσιολογία της Γήρανσης και Γηριατρικά Σύνδρομα», με στόχο να εκπαιδεύσει γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας στη φροντίδα των ηλικιωμένων και στη διαχείριση των λεγόμενων γηριατρικών συνδρόμων. Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνουν μοντέλα ολιστικής αξιολόγησης των ηλικιωμένων, όπως το iCOPE, τα οποία όμως η Ελλάδα δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να εφαρμόσει συστηματικά στην πρωτοβάθμια φροντίδα, λόγω έλλειψης εξειδικευμένης εκπαίδευσης.
Για όλα αυτά, μιλά στο Newsbomb η Δρ Ευρυδίκη Κραββαρίτη, παθολόγος, επίκουρη καθηγήτρια Γηριατρικής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και συνεργάτης του ΕΚΠΑ, από τις ελάχιστες γιατρούς στην Ελλάδα με εξειδίκευση στη Γηριατρική στο εξωτερικό, η οποία συμμετέχει και στην προσπάθεια θεσμοθέτησης της εξειδίκευσης μέσω του ΚΕΣΥ.

Η Γηριατρική, άλλωστε, μας αφορά όλους -άλλους άμεσα, άλλους στο μέλλον- και για να ζήσουμε με την ποιότητα που θα θέλαμε όλα τα χρόνια που μας αναλογούν, θα πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Το πρώτο βήμα, είναι να τη γνωρίσουμε αλλά και να θυμηθούμε ότι το λαϊκό ρητό για την ηλικία «είσαι όσο νιώθεις ότι είσαι» μπορεί να μην απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Αρκεί, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε ο οργανισμός μας να ανταποκρίνεται σε αυτή, ή αλλιώς, να μην τον γεράσουμε πρόωρα. Το ζητούμενο, είναι η ποιότητα της ζωής, μέχρι το τέλος.
Όπως χαρακτηριστικά εξηγεί η Ευρυδίκη Κραββαρίτη, «σήμερα γνωρίζουμε ότι η χρονολογική ηλικία λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Μπορεί δύο άνθρωποι 75 ετών να έχουν εντελώς διαφορετική ζωτικότητα, λειτουργικότητα και αντοχές. Η γηριατρική προσπαθεί να εκτιμήσει τη βιολογική ηλικία, δηλαδή το πόσο πραγματικά αντέχει ο οργανισμός, ώστε να μην στερούμε από κάποιον μια σωτήρια θεραπεία που θα μπορούσε να αντέξει ή, αντίστροφα, να μην τον επιβαρύνουμε με θεραπείες που δεν θα αντέξει».
Και προσθέτει: «Η υγιής γήρανση ξεκινά από την πολύ μικρή ηλικία, ίσως και από την εμβρυϊκή ζωή. Υπάρχουν στοιχεία ότι ήδη τότε μπαίνουν οι βάσεις για το πόσο υγιή θα είναι τα κύτταρά μας και πόσο αργά θα γηράνουν. Παίζει ρόλο τόσο το DNA όσο και οι επιγενετικές επιδράσεις – δηλαδή οι μικροτροποποιήσεις στην έκφραση των γονιδίων μας από το περιβάλλον, τη διατροφή, τη σωματική άσκηση, το ψυχολογικό στρες, τα τραύματα και τις εμπειρίες της ζωής μας.
Περίπου το 30% του πόσο γρήγορα ή αργά θα γεράσουμε επηρεάζεται από το DNA μας. Ένα άλλο 30% μπορούμε να το επηρεάσουμε εμείς με τον τρόπο ζωής μας, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό σχετίζεται με τυχαίους παράγοντες και επιδράσεις εκτός ελέγχου μας, όπως η ρύπανση ή απρόβλεπτα γεγονότα. Η ψυχολογία, το κοινωνικό δίκτυο και η αίσθηση κοινότητας παίζουν τεράστιο ρόλο: οι στενές σχέσεις, η αλληλεγγύη και η συμμετοχή σε μια ζωντανή κοινότητα μπορούν να κρατήσουν τον άνθρωπο σε καλύτερη κατάσταση, κάτι που βλέπουμε χαρακτηριστικά στις λεγόμενες «blue zones», όπως η Ικαρία».
Για να πετύχουμε τους στόχους που θέτει ωστόσο, αυτό που χρειαζόμαστε είναι πια ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης της γήρανσης, διότι και οι εποχές, έχουνε αλλάξει…


