Η δήλωση της κ. Βατσινά
Ό,τι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό; Αυτό είναι ίσως το πραγματικό ερώτημα πίσω από την εκτόξευση του κόστους του νέου αεροδρομίου Καστελίου.
Το έργο δημοπρατήθηκε με κατασκευαστικό αντικείμενο 480 εκατ. ευρώ. Η ίδια η σύμβαση παραχώρησης προέβλεπε αυτό το ποσό για τη μελέτη και κατασκευή, ενώ το Δημόσιο συμμετέχει στην εταιρεία παραχώρησης με ποσοστό 45,9%.
Σήμερα, όμως, μιλάμε πλέον για κόστος που ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ, ενώ μόνο το 2025 εγκρίθηκαν επιπλέον 363,8 εκατ. ευρώ για ανάγκες που συνδέονται με καθυστερήσεις, αλλαγές μελετών, αρχαιολογικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, τη νέα σήραγγα και την επέκταση του terminal κατά 32%.
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα.
Πώς γίνεται ένα έργο εκατοντάδων εκατομμυρίων να ξεκινά με έναν συγκεκριμένο προϋπολογισμό και, στην πορεία, να εμφανίζονται νέα και απολύτως αναγκαία έργα, νέες απαιτήσεις, νέες μελέτες, παρατάσεις και αποζημιώσεις, με τον λογαριασμό να μεταφέρεται τελικά στον Έλληνα φορολογούμενο;
Δεν είναι παράλογο να ζητάμε να μάθουμε πόσα από αυτά ήταν πραγματικά απρόβλεπτα και πόσα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί πριν από τη δημοπράτηση.
Γιατί αν κάποια έργα ήταν εξαρχής αναγκαία για να λειτουργήσει σωστά το αεροδρόμιο, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν η κάθε συμπληρωματική δαπάνη είναι «νόμιμη».
Η ουσία είναι άλλη. Ήταν ο αρχικός προϋπολογισμός ρεαλιστικός; Και αν δεν ήταν, ποιος είχε την ευθύνη να το γνωρίζει;
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι ένα μεγάλο έργο μπορεί να αναθεωρηθεί. Αυτό μπορεί να συμβεί. Το ανησυχητικό είναι όταν δημιουργείται ένα μοντέλο όπου ο ανάδοχος μπαίνει στο έργο με ένα συγκεκριμένο οικονομικό αντικείμενο και, στην πορεία, ο λογαριασμός μεγαλώνει με συμπληρωματικές εργασίες και αποζημιώσεις που επιβαρύνουν το Δημόσιο.
Αλήθεια, ποιος αναλαμβάνει το ρίσκο και ποιος τελικά πληρώνει το κόστος; Γιατί στην περίπτωση του Καστελίου, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι το Δημόσιο βάζει ολοένα και περισσότερα χρήματα για να διασφαλίσει ότι το έργο θα ολοκληρωθεί, ενώ οι εταιρείες που συμμετέχουν στην παραχώρηση και στην κατασκευή παραμένουν στο κέντρο του οικονομικού σχήματος.
Και ας είμαστε ξεκάθαροι:
Δεν λέμε ότι υπάρχει σκάνδαλο επειδή αυξήθηκε το κόστος.
Λέμε ότι όταν ένα έργο ξεκινά στο μισό δισ. ευρώ και ο τελικός λογαριασμός υπερβαίνει το 1 δισ., η Πολιτεία οφείλει να δώσει αναλυτικά, δημόσια και τεκμηριωμένα όλες τις απαντήσεις.
Ποιο ήταν το αρχικό φυσικό και οικονομικό αντικείμενο;
Ποιες εργασίες προστέθηκαν;
Πότε αποφασίστηκε η κάθε προσθήκη;
Γιατί δεν περιλαμβανόταν εξαρχής;
Ποιος πληρώνει κάθε επιπλέον ευρώ;
Πόσα δόθηκαν ως αποζημιώσεις;
Και, κυρίως, ποιος ωφελείται οικονομικά από κάθε αναθεώρηση;
Γιατί αλλιώς δημιουργείται ένα επικίνδυνο προηγούμενο: να δημοπρατείται το έργο φθηνά και να αποδεικνύεται ακριβό στην πορεία. Και τότε ο πολίτης δικαιούται να αναρωτηθεί αν τελικά το σύστημα επιβραβεύει εκείνον που δίνει την καλύτερη προσφορά ή εκείνον που, μετά την ανάθεση, έχει τη δυνατότητα να αυξήσει το τελικό οικονομικό αντικείμενο.
Αυτό δεν είναι κατηγορία. Είναι απαίτηση για διαφάνεια.
Γιατί σε μια Δημοκρατία το «είναι νόμιμο» δεν μπορεί να είναι η τελευταία απάντηση. Η τελευταία απάντηση πρέπει να είναι στο ερώτημα «Είναι και δίκαιο για τον φορολογούμενο;»


