Η Κρήτη αποτελεί διαχρονικά την “καρδιά” της ελληνικής ελαιοπαραγωγής. Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο του νησιού συγκαταλέγεται στα ποιοτικότερα προϊόντα παγκοσμίως, με χαμηλή οξύτητα, μοναδικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και υψηλή διατροφική αξία. Παρ’ όλα αυτά, οι παραγωγοί βρίσκονται για ακόμη μία χρονιά αντιμέτωποι με μια εξαιρετικά δύσκολη πραγματικότητα.
Χιλιάδες τόνοι ελαιολάδου παραμένουν στις δεξαμενές συνεταιρισμών και παραγωγών, χωρίς αγοραστές, ενώ όσοι αποφασίζουν να πουλήσουν, αναγκάζονται συχνά να δεχτούν ιδιαίτερα χαμηλές τιμές.
Στην Κρήτη, όπου χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται οικονομικά από την ελαιοκαλλιέργεια, η ανησυχία μεγαλώνει καθημερινά. Παραγωγοί που περίμεναν ότι η ποιότητα του φετινού προϊόντος θα αποτελούσε το ισχυρό τους διαπραγματευτικό όπλο, βλέπουν την αγορά να παραμένει “παγωμένη”, ενώ οι εμπορικές πράξεις είναι περιορισμένες και πραγματοποιούνται σε τιμές που απέχουν σημαντικά από τις προσδοκίες τους.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά είναι η μεγάλη εξάρτηση από την Ιταλία. Εδώ και δεκαετίες, σημαντικό ποσοστό του ελληνικού και ιδιαίτερα του κρητικού ελαιολάδου εξάγεται χύμα προς τις ιταλικές επιχειρήσεις. Εκεί τυποποιείται, αναμειγνύεται πολλές φορές με ελαιόλαδα άλλων χωρών και στη συνέχεια διατίθεται στις διεθνείς αγορές με ιταλικές εμπορικές επωνυμίες, αποφέροντας πολύ μεγαλύτερη υπεραξία στις επιχειρήσεις που το διαχειρίζονται.
Ο ρόλος των ελαιοπαραγωγών χωρών εκτός Ε.Ε.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η δυνατότητα των ιταλικών επιχειρήσεων να προμηθεύονται ελαιόλαδο από τρίτες χώρες, όπως η Τυνησία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ποσοστώσεις, εισαγωγές ελαιολάδου από χώρες εκτός Ε.Ε. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι μεγάλες εταιρείες να διαθέτουν περισσότερες επιλογές και να διαπραγματεύονται από ισχυρότερη θέση απέναντι στους Έλληνες παραγωγούς.
Έτσι, κάθε φορά που η ελληνική πλευρά επιχειρεί να διεκδικήσει καλύτερες τιμές, οι μεγάλοι αγοραστές μπορούν να στραφούν σε άλλες αγορές, δημιουργώντας έντονη πίεση στην ελληνική αγορά. Πολλοί παραγωγοί υποστηρίζουν ότι αυτή η πρακτική οδηγεί τελικά σε έναν συνεχή κύκλο υποτίμησης του ελληνικού προϊόντος.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται εντός των ελληνικών συνόρων. Παρά τη σημασία του προϊόντος για την εθνική οικονομία, η χώρα εξακολουθεί να μη διαθέτει μια συντονισμένη ελαιοκομική πολιτική με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Δεν υπάρχει ενιαία στρατηγική εμπορίας, ούτε αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ παραγωγών, συνεταιρισμών, τυποποιητών και Πολιτείας.
Σε πολλές περιπτώσεις, κάθε περιοχή ακολουθεί τη δική της εμπορική πολιτική, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διαφορετικές τιμές ακόμη και για προϊόντα αντίστοιχης ποιότητας. Αυτή η έλλειψη κοινής γραμμής αποδυναμώνει συνολικά τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας απέναντι στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, ειδικοί του κλάδου επισημαίνουν ότι η χώρα θα πρέπει να γνωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το συνολικό ύψος της παραγωγής της. Η ύπαρξη αξιόπιστων στοιχείων για τις διαθέσιμες ποσότητες θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στον καλύτερο σχεδιασμό της εμπορικής πολιτικής και στην αποφυγή φαινομένων πανικού που οδηγούν σε βιαστικές πωλήσεις.
Η Κρήτη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων αυτών. Παρότι παράγει ένα από τα καλύτερα ελαιόλαδα στον κόσμο, μεγάλο μέρος της παραγωγής εξακολουθεί να φεύγει χύμα από το νησί, χωρίς να αξιοποιείται η υπεραξία που θα μπορούσε να δημιουργήσει η τυποποίηση και η ισχυρή προβολή της κρητικής ταυτότητας στις διεθνείς αγορές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο παραγωγός εισπράττει το μικρότερο ποσοστό της συνολικής αξίας του προϊόντος, ενώ τα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη καταλήγουν σε ξένες επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν την τυποποίηση, το μάρκετινγκ και τη διάθεση.
Δεν είναι λίγες οι φορές που το ελληνικό ελαιόλαδο, αφού εξαχθεί χύμα, επανεμφανίζεται στις διεθνείς αγορές με διαφορετική εμπορική ταυτότητα, χωρίς ο τελικός καταναλωτής να γνωρίζει την πραγματική του προέλευση. Πρόκειται για μια πρακτική που στερεί από την Ελλάδα σημαντική προστιθέμενη αξία και περιορίζει την αναγνωρισιμότητα του ελληνικού προϊόντος.
Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με συνεχώς αυξανόμενο κόστος παραγωγής. Η καλλιέργεια απαιτεί σημαντικές δαπάνες για εργατικά, λίπανση, φυτοπροστασία, άρδευση, καύσιμα και συγκομιδή.
Όταν οι τιμές παραγωγού διαμορφώνονται σε χαμηλά επίπεδα, το οικονομικό αποτέλεσμα γίνεται εξαιρετικά δυσμενές. Πολλές φορές μάλιστα οι ευρωβουλευτές Νίκος Φαραντούρης και Σάκης Αρναούτογλου έχουν θέσει τα σημαντικά αυτά ζητήματα στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Μάλιστα παράλληλες παρεμβάσεις έχουν κάνει σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων ευρωβουλευτών.
Η αγωνία των Κρητικών παραγωγών: Όταν δεν κινείται το ελαιόλαδο, περιορίζεται η ρευστότητα στην αγορά
Σε αρκετές περιοχές της Κρήτης υπάρχουν ακόμη παραγωγοί που δεν έχουν καταφέρει να διαθέσουν τις ποσότητες που παρήγαγαν κατά την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο. Οι δεξαμενές παραμένουν γεμάτες, ενώ αρκετοί επιλέγουν να περιμένουν καλύτερες συνθήκες αντί να πουλήσουν σε τιμές που θεωρούν ασύμφορες.
Η κατάσταση αυτή προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την τοπική οικονομία. Όταν δεν κινείται το ελαιόλαδο, περιορίζεται η ρευστότητα στην αγορά, επηρεάζονται οι επιχειρήσεις γεωργικών εφοδίων, τα ελαιοτριβεία, οι μεταφορικές εταιρείες, αλλά και το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας στις αγροτικές περιοχές.
Όλο και περισσότεροι εκπρόσωποι του αγροτικού κόσμου υποστηρίζουν ότι η χώρα χρειάζεται ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης για τον ελαιοκομικό τομέα. Η ενίσχυση της τυποποίησης, η δημιουργία ισχυρών ελληνικών εμπορικών σημάτων, η διείσδυση σε νέες αγορές εκτός Ευρώπης και η ενδυνάμωση των οργανώσεων παραγωγών αποτελούν βασικούς άξονες που μπορούν να αλλάξουν την εικόνα.
Παράλληλα, απαιτούνται ουσιαστικοί μηχανισμοί παρακολούθησης της αγοράς, μεγαλύτερη διαφάνεια στις εμπορικές συναλλαγές και αποτελεσματικότερη προστασία της αυθεντικότητας του ελληνικού προϊόντος στις διεθνείς αγορές.
Η Κρήτη διαθέτει όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα για να πρωταγωνιστήσει παγκοσμίως στον χώρο του ποιοτικού ελαιολάδου. Εκείνο που εξακολουθεί να λείπει είναι ο κοινός σχεδιασμός, η συνεργασία όλων των εμπλεκομένων και μια σταθερή εθνική στρατηγική που θα αντιμετωπίζει το ελαιόλαδο ως προϊόν στρατηγικής σημασίας και όχι ως ακόμη ένα αγροτικό προϊόν.
Γιατί όσο η Ελλάδα εξακολουθεί να πουλά κυρίως πρώτη ύλη και όχι επώνυμο προϊόν, όσο οι παραγωγοί διαπραγματεύονται αποσπασματικά και όσο οι διεθνείς αγορές καθορίζουν σχεδόν αποκλειστικά τους όρους του παιχνιδιού, ο περίφημος “πράσινος χρυσός” της Κρήτης θα συνεχίσει να υποαξιοποιείται.
Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι μόνο να αυξηθεί η τιμή του ελαιολάδου. Είναι να αποκτήσει η Ελλάδα τον έλεγχο της εμπορικής πορείας του δικού της προϊόντος, να επενδύσει στην ποιότητα, στην τυποποίηση, στην εξωστρέφεια και στη δημιουργία ισχυρής ταυτότητας. Μόνο έτσι ο κόπος χιλιάδων Κρητικών ελαιοπαραγωγών θα ανταμείβεται δίκαια και το κορυφαίο αυτό προϊόν θα αποκτήσει τη θέση που πραγματικά του αξίζει στις διεθνείς αγορές.
Πηγή: neakriti.gr
Προσθήκη του fonimaleviziou.gr στην Google
