Αμπέλι  – Κρασί στην Κρήτη: Ταξίδι στον Χρόνο- Οι οικογένειες των Ανωγείων, οι παραγωγοί, οι έμποροι και οι μεταφορείς που κράτησαν ζωντανή την αγροτική παράδοση του τόπου

Η καταγραφή τους από τον Γιώργο Ανδρεαδάκη, Τεχνολόγο Γεωπόνο και Επίτιμο Πρόεδρο του Συλλόγου Ανατολικής Κρήτης, διασώζει τη συλλογική μνήμη

Τα Ανώγεια είναι ο τόπος του Αγροτικού Πολιτισμού, των Αγώνων των Μνημείων, της Ιστορίας και της Αντίστασης. Ένας ιστορικός κτηνοτροφικός κύρια Δήμος ο οποίος παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ορεινοί Δήμοι – Κοινότητες συνεχίζει να αντέχει, να επιβιώνει και να εξελίσσεται μέσα σε ένα τοπίο αυστηρό και άγριο, αλλά συνάμα εντυπωσιακό και γοητευτικό.

 

Γράφει ο Γιώργος Ανδρεαδάκης

 

 

Το σύνολο σχεδόν του εδάφους της περιοχής των Ανωγείων είναι ορεινό και στα παλιότερα χρόνια, ήταν καλυμμένο με πυκνή βλάστηση κυρίως πρίνων, σφενδάμων, δρυών και αζιλάκων. Ίσως η δύναμη της φύσης να ήταν που γοήτευσε τους πρώτους κατοίκους βοσκούς πριν από πολλούς αιώνες (10 -11 αιώνα μ. Χ.). Η μικρή σχετικά γεωργική περιοχή των Ανωγείων απλώνεται σε ρεματιές και σε πλαγιές διαφόρων λόφων ή σε μικρά οροπέδια.

Ανάμεσα στα ευρήματα που βρέθηκαν το 1962 στους τάφους του Δερβενίου (Θεσσαλονίκη) ξεχωριστή θέση κατέχει ένας μεγάλος χάλκινος κρατήρας του 330 π. Χ. με ολόγλυφες διακοσμήσεις, σπάνιο εύρημα ανθρώπινου πολιτισμού. Οι διακοσμήσεις αυτές αναπαριστάνουν το γάμο του Διόνυσου (θεός του κρασιού και του αμπελιού) και της Αριάδνης (κόρης του Μίνωα).

Τα αμπέλια, δώρο εκλεκτό δοσμένο κατευθείαν από το γιο του Δία και της Σεμέλης, στο βασιλιά Μίνωα χάρισαν σε αυτόν τον τόπο τη χαρά και το χρυσάφι με απλοχεριά, με αφθονία και συντελέσανε σημαντικά στην οικονομική άνθισή του, βοηθώντας δυναμικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού, του αξιοθαύμαστου Μινωικού Πολιτισμού. Οι Κρήτες του Μίνωα σχημάτιζαν πρώτα από όλα, έναν αγροτικό πληθυσμό.

Ο Αμπελώνας του Μίνωα εξάλλου, ήταν φημισμένος σε όλον τον αρχαίο κόσμο, όπως και το κρητικό κρασί αφού ήταν ένα από τα κυριότερα εξαγώγιμα προϊόντα της Κρήτης. Ο Μούστος όπως φαίνεται από την εγκατάσταση του Βαθύπετρου (Αρχάνες) έτρεχε μέσα σε ένα κάδο με χερούλια που βρίσκονταν πιο χαμηλά. Μόλις γέμιζε ο κάδος αυτός έχυναν το μούστο σε μεγάλα πήλινα πιθάρια.

Πενήντα μέρες αργότερα γύρω στις αρχές Νοεμβρίου έβγαζαν ένα σκούρο κόκκινο αρκετά δυνατό κρασί και τότε άρχιζαν γιορτές, πομπές, μουσική, τραγούδια, χοροί. Οι ιερείς που ασκούσαν την Ιατρική στα περίφημα ιερά του Ασκληπιού χρησιμοποιούσαν το κρασί της Κρήτης ως φάρμακο, για πολλές αρρώστιες. Στο Ασκληπιείο του Λέντα έτρεχαν εκείνα τα χρόνια ασθενείς από αποκρυσμένες περιοχές άλλων πολιτισμών.

Ιδιαίτερα φημισμένο ήταν το κρασί της Αρχαίας Λύττου (Ξυδάς). Πρόσφατα με τις ανασκαφές που γίνονται στην περιοχή ανακαλύφθηκε μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Κρήτης. Στην Κρήτη τους Ρωμαϊκούς Χρόνους (87π.Χ. – 323μ.Χ.) τα κύρια προϊόντα ήταν το στάρι και το κριθάρι. Επιπλέον, η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοπαραγωγή αποτελούσαν σημαντικούς κλάδους της αγροτικής οικονομίας.

Λέγεται πως ο αυτοκράτορας Νέρωνας έπινε μόνον κρητικό κρασί και μάλιστα διαλεγμένο από τους αμπελώνες της Σητείας. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος αναφέρει ένα κρητικό κρασί με την ονομασία passum, το οποίο επαινείται για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, δηλαδή ως ιατρικό παρασκεύασμα, και αναμειγνυόταν με διάφορες άλλες ουσίες.

Στην Κρήτη τα Βυζαντινά χρόνια, η δεύτερη σε σημασία καλλιέργεια μετά τα σιτηρά ήταν η καλλιέργεια του αμπελιού και η παραγωγή κρασιού. Δεν ξέρουμε ποια επιρροή είχε στην παραγωγή του κρασιού η Αραβική κατοχή, αλλά στο τέλος του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα η καλλιέργεια του αμπελιού ήταν και πάλι ανεπτυγμένη.

Οι Βενετοί ενίσχυσαν την αμπελοκαλλιέργεια. Το 1263 μ. Χ. το κρασί ήταν ένα από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα του νησιού. Όταν ο Buondelmonti επισκέφτηκε την Κρήτη το 1415 μ.Χ. το κρασί ήταν το πρώτο προϊόν στις εξαγωγές. «Τα πλοία φτάνουν εδώ από όλα τα μέρη του κόσμου και φορτώνουν κάθε χρόνο το λιγότερο 20.000 βαρέλια εξαιρετικής ποιότητας».

Η εξαγωγή της Μαλβαζίας ήταν το κυριότερο εμπόριο του νησιού. Ο «γλυκύς οίνος Μαλβαζία» είχε ως οινοβάση το παραγόμενο από διάφορες ποικιλίες (Λιάτικο, Αδάνι, Αθήρι, Θραψαθήρι, Μοσχάτο, Λαδικινό κ.λ.π.) και μεταφέρεται στην Αγγλία, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αλεξάνδρεια και στην Κωνσταντινούπολη. Το 1512 μ.Χ. σύμφωνα με αριθμητικά δεδομένα η Κρήτη είχε παράξει 100.000 τόνους κρασί.

Μετά το 1575 η Βενετία προσπαθεί να εξασφαλίσει σχετική αυτάρκεια σιτηρών στο νησί, λαμβάνοντας μέτρα περιοριστικά της αμπελοκαλλιέργειας. Το 1584 βγαίνει απόφαση να ξεριζωθούν τα αμπέλια στην ενδοχώρα του Ηρακλείου και να αντικατασταθούν με καλλιέργειες σιτηρών. Στην Κρήτη η αμπελουργία πολλές φορές άνθισε και πολλές φορές έφθασε στα όρια της εξαφάνισης.

Το 1592 έχουμε επιδημία πανώλης στο νησί και ο μισός πληθυσμός του Ηρακλείου χάθηκε. Το 1645-1669 είχαμε την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς και την παράδοση του Χάνδακα. Ο πόλεμος έπληξε το εξαγωγικό εμπόριο, η παραγωγή κρασιών ποιότητας μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό και το περίφημο κρασί Μαλβαζία εξαφανίζεται από τη διεθνή αγορά.

Την περίοδο που χτυπιέται η Γαλλία από τη φυλλοξήρα, έχουμε άνθιση της αμπελουργίας στη Κρήτη με τριπλασιασμό της ποσότητας στην παραγωγή κρασιού και σταφίδας. Τα κρασιά που προέρχονταν από τον Μυλοπόταμο και το Αμάρι έχαιραν εκτίμησης στο εξωτερικό. Ωστόσο, μετά το 1890 υπήρξαν πλεονάσματα και οι παραγωγοί αντιμετώπισαν μεγάλο πρόβλημα διάθεσης των προϊόντων τους.

Το 1898-1913 έχουμε την Κρητική Πολιτεία και με παρέμβαση της αρχίζει η καλλιέργεια της σουλτανίνας, η οποία απογειώνεται μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Τον Απρίλιο του 1977 διαπιστώθηκε για πρώτη φορά στην Κρήτη η φυλλοξήρα στο χωριό Χουστουλιανά της Μεσαράς, μένοντας ιστορική χρονιά στη μακρόχρονη πορεία της αμπελοκαλλιέργειας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν 350-400 Ελληνικές ή καλλιεργούμενες από πολύ παλιά ποικιλίες αμπελιού, ενώ στην παγκόσμια αμπελουργία έχουν καταγραφεί περισσότερες από 9.000 ποικιλίες. Από τη μεταποίηση των σταφυλιών μπορούμε να έχουμε προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης, όπως κρασί, τσικουδιά, ξύδι, χυμό σταφυλιού, σταφίδα, γλυκό κουταλιού, μουσταλευριά και πετιμέζι.

Οι Ανωγειανοί έκαναν τις συναλλαγές τους κυρίως με το Ηράκλειο. Με γαϊδουράκια και μουλάρια πάνω σε δύσβατα μονοπάτια σκεπασμένα με αγκαθωτούς θάμνους, περνούσαν μέσα από απότομες πλαγιές και επικίνδυνα φαράγγια. Η οινοποιητική αμπελουργία υπάρχει δυναμικά από το 1870 και το κρασί το αποθηκεύανε όπως το λάδι· όταν ζοριζότανε οικονομικά, πουλούσανε ένα γομάρι (περίπου 100 κιλά) για να καλύψουν ανάγκες.

Η ζωή στα Ανώγεια την εποχή του μεσοπολέμου ήταν σκληρή για τους κατοίκους γιατί η γη ήταν βραχώδης και άγονη. Στο Ηράκλειο πουλούσαν τα προϊόντα της κτηνοτροφίας και γεωργίας και αγόραζαν τα στοιχειώδη για να συντηρήσουν την οικογένειά τους, στέλνοντας παράλληλα και τα παιδιά στο Γυμνάσιο όσοι είχαν την οικονομική δύναμη. Το ντόπιο, κύρια κόκκινο κρασί και η τοπική τσικουδιά συμπλήρωναν τις προμήθειες.

Τη δεκαετία 1950-1960 στα Ανώγεια εμπόριο κρασιού και τσικουδιάς έκαναν οι: Αεράκης Μανώλης (Νινομανώλης), Καλομοίρης Γιάννης (Ντουλγερογιάννης), Νταγιαντάς Γιάννης (Κιοντανέλης), Νταγιαντάς Γιώργης (Λαμπρινογιώργης) και Ξημέρης Νικόλαος (Λιάπης). Οι ποικιλίες που καλλιεργούσαν ήταν το Λιάτικο, το Κοτσιφάλι, ο Ταχτάς, το Θραψαθήρι – Αθήρι, το Βιδιανό, το Ροζακί, το Πλυτό, το Μαντηλάρι, το Ακουμινάτο, το Ρωμέικο, το Μοσχάτο, το Εφτάκιλο, το Λαδικινό και το Συρίκι.

Μετά το 1960 η παραγωγή είχε αυξηθεί και μάζευαν – αγοράζανε και για τα οινοποιεία μεγάλες ποσότητες μέχρι το 1985-86 οι: Ανδρεαδάκης Λευτέρης (Αρίφης), Κεφαλογιάννης Μανώλης (Γιωργαλής), Κλάδος Γιώργης (Κλαδογιώργης), Μέμμος Γιώργος (Μεμογιωργιός), Μέμμος Λέαρχος (Μεμολέαρχος), Νταγιαντάς Χαραλάμπης, Ρούλιος Χαρίτος (Κουβεντές), Σαλούστρος Γιώργης (Κορκολογιώργης) και Φασουλάς Γιώργης (Γιωργουλής).

Τα οινοποιεία που προμηθεύονταν από τα Ανώγεια ήταν οι Αλεξάκης (Ηράκλειο), Ένωση Ηρακλείου (Κορώνη Μαγαρά και Δαφνές), Μηλιαράκης (Πεζά) και Ολυμπιάς (Κουνάβοι). Τις μεταφορές έκαναν με φορτηγά οι Κονιός Νίκος (Ταγιαρόνικος) και Φασουλάς Βασίλης (Χουμάς). Από το 1975 και μετά αναπτύσσεται και η σταφιδοκαλλιέργεια, με 150 τόνους σταφίδα να συγκεντρώνονται το 1980.

Ο Γιώργος Ιωάννου Σμπώκος αναφέρει από το Στατιστικό Δελτίο του δήμου Ανωγείων για το έτος 1991 ότι τα Ανώγεια έχουν: 80.000 αιγοπρόβατα, 1.200 στρέμματα σταφιδάμπελα, 1.150 στρέμματα κρασάμπελα, 32.000 ελαιόδενδρα, 4.500 αχλαδιές, 1.100 μηλιές, 1.000 αμυγδαλιές και 500 καρυδιές. Σημαντικό στοιχείο της τοπικής κοινωνίας ήταν και οι αργαλειοί που επαγγελματικά έφθασαν στους 450.

Ολόκληρη η ιστορία της Κρήτης και ευρύτερα του Μεσογειακού χώρου υπήρξε βαθιά επηρεασμένη από την καλλιέργεια του αμπελιού και την παραγωγή κρασιού. Μυθολογία, ζωγραφική, γλυπτική, ποίηση, ήθη και έθιμα, συνήθειες διατροφής, εμπόριο, ιατρική ακόμα και η θρησκεία μας, σε χαρές και λύπες, φέρουν τη σφραγίδα του αμπελιού.

 

*Ομιλία του Γιώργου Ανδρεαδάκη, Τεχνολόγου Γεωπόνου, Επίτιμου Προέδρου του Συλλόγου Ανατολικής Κρήτης, στην παρουσίαση του μουσικού έργου “ΑΜΕΘΥΣΤΟΣ” του Γιάννη Καλομοίρη στην πλατεία «ΑΡΜΙ» των Ανωγείων.

 

 

 

 

PANORAMA
Προσθήκη του fonimaleviziou.gr στην Google

Θέματα Φωνής - ΡΟΗ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ