Στο κατώφλι μιας δομικής ψηφιακής μετάβασης που υπόσχεται να αλλάξει ριζικά το τοπίο των ελέγχων και των επιδοτήσεων φαίνεται να εισέρχεται η ελληνική κτηνοτροφία.
Της Χρυσούλας Καλλιγιαννάκη
Η υποχρεωτική τοποθέτηση ηλεκτρονικών ενδοστομαχικών βόλων στα αιγοπρόβατα, ως κεντρικός πυλώνας του νέου Action Plan για τον εκσυγχρονισμό του ΟΣΔΕ, αποτελεί πλέον το «κλειδί» για την επιβίωση των εκμεταλλεύσεων. Ωστόσο, πίσω από τις εξαγγελίες για πάταξη των «ζώων-φαντασμάτων» και την εξασφάλιση της διαφάνειας, κρύβονται κρίσιμα ερωτήματα για το κόστος, τη στελέχωση των υπηρεσιών και την τελική επιτυχία ενός μέτρου που εφαρμόζεται σε μια περίοδο έντονης οικονομικής ασφυξίας για τους παραγωγούς.
Ο Γιώργος Γεωργουλάκης, γεωπόνος και εκπρόσωπος του Παγκρήτιου Συλλόγου Μελετητών Γεωπόνων, αναλύοντας το μέτρο, στέκεται στην «τεχνική υπεροχή» του βόλου. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά ενώτια (σκουλαρίκια), που συχνά χάνονται ή αντικαθίστανται δολίως, ο βόλος εισάγεται στο στομάχι του ζώου και παραμένει εκεί εφ’ όρου ζωής. Ο κωδικός της εκμετάλλευσης «κλειδώνει» ψηφιακά, επιτρέποντας στους ελεγκτικούς μηχανισμούς να διασταυρώνουν σε πραγματικό χρόνο.

Το «κλειδί» στην εφαρμογή του νέου μέτρου είναι η διαλειτουργικότητας με την ΑΑΔΕ και το ΥΠΑΑΤ. Το ζητούμενο είναι να αποδεικνύεται ανά πάσα στιγμή αν τα δηλωθέντα ζώα υπάρχουν πραγματικά, αν έχουν εμβολιαστεί και αν η παραγωγή γάλακτος αντιστοιχεί στο δυναμικό τους.

Ο στόχος της ιχνηλασιμότητας
Ο κ. Γεωργουλάκης τονίζει ότι η εφαρμογή των στομαχικών βόλων αποτελεί ένα μέτρο που, όπως εξηγεί, δεν είναι απλώς μια τεχνική αλλαγή, αλλά μια προσπάθεια εξυγίανσης της αγοράς και της ιχνηλασιμότητας.
Αν ο καταναλωτής γνωρίζει ότι το κρητικό αρνί φέρει αδιάβλητη ψηφιακή ταυτότητα, τότε η αξία του στην αγορά αυξάνεται. Ωστόσο, για να επιτύχει το μέτρο, δεν αρκεί η τοποθέτηση του βόλου. Αν ο έλεγχος γίνεται μόνο στα χαρτιά και όχι στο σφαγείο με ηλεκτρονικούς αναγνώστες, ο βόλος θα παραμείνει ένα άχρηστο αντικείμενο στο στομάχι του ζώου.
Ο κ. Γεωργουλάκης ανέλυσε τη λειτουργία των βόλων ως ένα αδιάβλητο σύστημα. Ο κωδικός της εκμετάλλευσης «κλειδώνει» ψηφιακά, επιτρέποντας στους μελετητές και στις αρχές να έχουν μια καθαρή εικόνα του ζωικού κεφαλαίου ανά πάσα στιγμή. Η εμπλοκή των κτηνιάτρων στην τοποθέτηση και η παρακολούθηση από τους γεωπόνους-μελετητές κρίνεται απαραίτητη για τη διασφάλιση της εγκυρότητας των στοιχείων που δηλώνονται στις αιτήσεις ενίσχυσης.
Πιλοτική εφαρμογή
Η εφαρμογή ξεκινά σταδιακά. Για το ΟΣΔΕ του 2026, η σήμανση με βόλους δεν θα είναι καθολική, αλλά θα αφορά όσους επιλέξουν να ενταχθούν στην πιλοτική εφαρμογή. Εδώ όμως προκύπτει το μεγάλο ερώτημα.
Ποιοι είναι οι κτηνοτρόφοι που θα αναλάβουν πρώτοι αυτό το έργο; Οι μεγάλες, οργανωμένες εκμεταλλεύσεις ίσως βρουν τον τρόπο να προσαρμοστούν, όμως για τον μικρό παραγωγό στις ορεινές περιοχές της Κρήτης, η γραφειοκρατία και η ανάγκη για κτηνιατρική παρουσία για κάθε ζώο άνω των 6 μηνών αποτελούν τεράστιο εμπόδιο.
Ποιος θα πληρώσει τη μετάβαση;
Ενώ η τιμή του ίδιου του βόλου εκτιμάται στα 2,50€, η συνολική επιβάρυνση για τον κτηνοτρόφο είναι πολύ μεγαλύτερη. Το «φλέγον» οικονομικό ζήτημα που αναδεικνύει ο κ. Γεωργουλάκης είναι η διαχείριση του κόστους. Η νέα τροπολογία ορίζει ότι η τοποθέτηση και η καταχώριση στο σύστημα θα γίνεται αποκλειστικά από κτηνιάτρους. Δεν έχει ωστόσο διευκρινιστεί αν «επιστρατευτούν» για το εν λόγο έργο οι ιδιώτες κτηνίατροι. Οι υποστελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες της Κρήτης διαθέτουν μόλις 20 κτηνιάτρους που διεκπεραιώνουν πλείστες αρμοδιότητες σίγουρα δεν μπορούν να αναλάβουν την τοποθέτηση.
Η Προϊσταμένη της Κτηνιατρικής του Ηρακλείου Σοφία Λαμπρινίδη επισημαίνει πως οι κτηνίατροι της υπηρεσίας είναι τόσο επιφορτισμένοι που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν και να σηκώσουν το βάρος και αυτού του εγχειρήματος. «Το έργο θα αποτύχει, αν η τοποθέτηση των βόλων ανατεθεί στην υπηρεσία. Δεν έχουμε καν την δυνατότητα μετακίνησης», επισημαίνει η κα Λαμπρινιδη αναφέροντας πως ήρθε η ώρα για την ενεργοποίηση του «κτηνιάτρου εκτροφής».

Αν τελικά το ΥπΑΑΤ ανάψει το «πράσινο» φως για την εμπλοκή ων ιδιωτών κτηνιάτρων στην διαδικασία τοποθέτησης των βόλων με την ταυτόχρονη καταχώρισή τους στο ψηφιακό σύστημα, αυτό θα σημαίνει ότι στο κόστος του υλικού προστίθεται η αμοιβή του επιστήμονα, η οποία σε μεγάλες εκμεταλλεύσεις μπορεί να ανέλθει σε εκατοντάδες ευρώ.
Χωρίς οικονομική ενίσχυση για την αγορά και τοποθέτηση των βόλων όλο το βάρος θα μετακυλιστεί στις πλάτες των παραγωγών που ήδη πλήττονται από τη μείωση των ενισχύσεων. Αν το κράτος δεν σταθεί αρωγός, υπάρχει κίνδυνος το μέτρο να λειτουργήσει ως ένας έμμεσος «φόρος» στην παραγωγή.
Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΖΙΟΥ


