«Παγωμένη» στα 4€ ανά κιλό συνεχίζει να βρίσκεται η τιμή παραγωγού στο ελαιόλαδο. Την ίδια ώρα άγονοι αποβαίνουν ο ένας μετά τον άλλον οι διαγωνισμοί (δημοπρασίες) για την πώληση του προϊόντος, λόγω χαμηλών τιμών προσφοράς.
Της Χρυσούλας Καλλιγιαννάκη
Ούτε το άνοιγμα της τουριστικής περιόδου δεν έφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα στην αγορά του ελαιόλαδου. Τα αποθέματα του προϊόντος σε επίπεδο νησιού εκτιμώνται στο 60% της συνολικής παραγωγής και πλέον πιέζουν περαιτέρω τις τιμές παραγωγού.
Οι αγρότες ασφυκτιούν από το κόστος παραγωγής και τις καλλιεργητικές ανάγκες για την επόμενη σοδειά. Επιπλέον σηκώνουν στις πλάτες τους τα βάρη από «κόκκινα» και μη δάνεια, με τις επιδοτήσεις να καταβάλλονται «πετσοκομμένες» σε συνδυασμό με τις παγιωμένες καθυστερήσεις πληρωμών από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Στο κλίμα αυτό, συνεχίζονται και τα κερδοσκοπικά «παιχνίδια» με την τιμή του ελαιόλαδου να παραμένει ψηλά στο ράφι, και στον παραγωγό «παγωμένη».
Σύμφωνα με τον γνωστό συνεταιριστή πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Εμπάρου και μέλος της διοίκησης της Ένωσης Ηρακλείου Γιώργο Περογιαννάκη, η παρατεταμένη στασιμότητα της αγοράς κινδυνεύει να οδηγήσει σε περαιτέρω πτώση της τιμής παραγωγού.

Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Εμπάρου την ερχόμενη εβδομάδα αναμένεται να κατέβει σε μία ακόμη δημοπρασία για την πώληση 50-60 τόνων ελαιόλαδου. Τα συνεταιριστικά στελέχη δηλώνουν ξεκάθαρα πως δεν είναι διευθετημένα να δεχτούν τιμή κάτω των 4,50€/κιλό. Εξάλλου η Έμπαρος μέχρι και την προηγούμενη Πέμπτη έδινε στον παραγωγό 4,40€/ κιλό.
Στο Μαλεβίζι η εικόνα δεν είναι διαφορετική με τους συνεταιριστές να υπολογίζουν τα αποθέματα στο 60-65% της συνολικής παραγωγής και να μην ενδίδουν στις πιέσεις για την πτώση της τιμής κάτω των 4€.
«Αν πουλούσαμε λάδι πριν το Πάσχα θα το δίναμε κάτω των 4€», δήλωσε στην Φωνή του Μαλεβιζίου ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Κρουσώνα Κωστής Πιτσικάκης.

Όπως όλα δείχνουν, τα αδασμολόγητα λάδια από την Τουρκία και την Τυνησία προτιμήθηκαν από τους Ιταλούς εμπόρους έναντι των ελληνικών ελαιόλαδων που ζητούσαν υψηλότερες τιμές, με συνέπεια η αγορά να «παγώσει» νωρίς, σχεδόν ένα μήνα μετά την έναρξη της ελαιοκομική περιόδου.
Ρωτήσαμε τον κύριο Περογιαννάκη, τι πήγε στραβά, για να υπογραμμίσει και εκείνος, πως από την αρχή δεν τροφοδοτήθηκε σταδιακά η αγορά με ελληνικά λάδια μιας και οι παραγωγοί προσδοκούσαν υψηλές τιμές. Εδώ συνέβαλλαν και οι «Πυθίες»… που έβλεπαν τιμή στα 8€ και καλούσαν τους παραγωγούς να μην πωλούν και το λάδι τους.
Ο ίδιος αν και είναι απαισιόδοξος για την αύξηση της τιμής, εκτιμά πάντως πως τα καλά κρητικά λάδια θα πιάσουν τιμή, αν οι Ιταλοί δεν βρουν πλέον τις ποσότητες και τις ποιότητες που θέλουν. Αυτό είναι και το συγκριτικό πλεονέκτημα της κρητικής παραγωγής ελαιόλαδου, ιδίως την φετινή χρονιά όπου συνολικά η παραγωγή ήταν αρίστης ποιότητας! Αυτό το πλεονέκτημα σε συνδυασμό με τις συνθήκες αποθήκευσης, μπορεί να διατηρήσει το κρητικό λάδι ανταγωνιστικό σε υψηλά επίπεδα.
Άνθρωποι της αγοράς αλλά και πολλοί συνεταιριστικοί παράγοντες λένε, πως αν οι ίδιοι είχαν τώρα λάδι θα το πουλούσαν σιγά σιγά καθώς δεν βλέπουν αύξηση τιμής. Οπαδός της σταδιακής τροφοδοσίας της αγοράς, συνεχίζει να είναι και ο αντιπρόε δρος των Συνεταιριστικών Οργανώσεων Ελλάδας Μιχάλης Καμπιτάκης, ο οποίος τονίζει πως έτσι επιτυγχάνεις το καλύτε ρο δυνατό μέσο όρο. Αυτό βέβαια θα ήταν αποδοτικό αν συνέβαινε από την αρχή της ελαιοκομικής σεζόν.
«Εγώ πιστεύω πως αν η αγορά πήγαινε ομαλά θα κρατούσαν τα 5€ στον παραγωγό άσχετα με τις τιμές της Ισπανίας», δηλώνει.

Ο ίδιος προσθέτει πως αν είχε φύγει το 50% της παραγωγής πριν τις γιορτές και όχι το 15% που υπολογίζεται ότι έχει πωληθεί μέχρι σήμερα, καθώς και αν η αγορά συνέχιζε να λειτουργεί ομαλά με σταδιακές εμπορικές πράξεις, θα είχαμε ένα 30-35% της παραγωγής αδιάθετο και όχι το 60% που υπολογίζεται πως βρίσκεται σήμερα στις δεξαμενές. «Αλλιώς «παζαρεύεις» με το 30% και αλλιώς με το 60%», καταλήγει.

